phone icon+30 22870 23110
divider

separator

Νομολογία – πολιτικά

/ 0 Comments /

(ΜΑΡΤΙΟΣ – ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2010) Αριθμός απόφασης: ΑΠ 17/2009Τμήμα: Τακτική Ολομέλεια Πρόεδρος: Β. Νικόπουλος Εισηγητής: Γ. Γεωργέλλης
Προσωρινή διαταγή κατά τις διατάξεις των άρθρων 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ. Νομική φύση και δεσμευτικότητα της προσωρινής διαταγής. Απαγόρευση διάθεσης του πράγματος (μεταβολής της νομικής του κατάστασης). Τι περιλαμβάνει η «διάθεση» του πράγματος. Μεταγενέστερη της προσωρινής διαταγής διάθεση (εκποίηση) του πράγματος πλήττεται με ακυρότητα. Σημείωση της προσωρινής διαταγής στα αντίστοιχα βιβλία κατασχέσεων ως προϋπόθεση ισχύος της έναντι τρίτων.
Νομικές διατάξεις: 175 εδ. α΄, 176 ΑΚ, 691 παρ. 2, 700 παρ. 3, 305, 315 παρ. 1, 715 παρ. 1, 727 ΚΠολΔ και 93 παρ. 3 Συντ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Κατά μεν το άρθρο 175 εδάφ. α΄ ΑΚ, η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη, αν ο νόμος την απαγορεύει, κατά δε το επόμενο άρθρο 176, αν την απαγόρευση του προηγούμενου άρθρου έχει τάξει δικαστική απόφαση, ισχύει ό,τι και στην απαγόρευση από το νόμο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η προσωρινή διαταγή που εκδίδεται από το δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και καθορίζει τα ασφαλιστικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση, για την εξασφάλιση του δικαιώματος ή την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, δεν είναι δικαστική απόφαση, αφού δεν περιέχει καμιά αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσης που ρυθμίζει, στερείται των κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 305 του ΚΠολΔ στοιχείων της δικαστικής απόφασης, που ανάγονται από το νόμο σε προϋποθέσεις του κύρους αυτής και επίσης δεν υποβάλλεται σε δημοσίευση, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 ΚΠολΔ, προϋπόθεση του υπαρκτού της δικαστικής απόφασης. Είναι όμως τίτλος εκτελεστός, από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ΄ ΚΠολΔ. Περαιτέρω, τα ανωτέρω άρθρα 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ ορίζουν, ότι οι προσωρινές διαταγές διαλαμβάνουν «τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως έως την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης» και ότι «εκτελούνται μόλις καταχωριστούν, κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, με βάση σημείωση του δικαστή που τις εξέδωσε». Οι διατάξεις αυτές καθιερώνουν τη δεσμευτικότητα των προσωρινών διαταγών, με την έννοια ότι αρνούνται να προσδώσουν έννομες συνέπειες σε πράξεις που αντίκεινται στο περιεχόμενό τους και επιβάλλουν σιωπηρώς την ακυρότητα, ως κύρωση της παράβασής τους. Από αυτά παρέπεται, ότι αν το μέτρο που ορίστηκε με την προσωρινή διαταγή και παραβιάστηκε, συνίσταται στην απαγόρευση διάθεσης του πράγματος (μεταβολής της νομικής του κατάστασης), η μεταγενέστερη της προσωρινής διαταγής διάθεση (εκποίηση) πλήττεται με ακυρότητα, η οποία θεμελιώνεται όχι στο άρθρο 175 ΑΚ, αφού ο νόμος (άρθρα 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ) δεν προβλέπει ακυρότητα της απαγορευμένης με προσωρινή διαταγή διάθεσης, αλλά στο άρθρο 176 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 691 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατ’ αναλογία με τα ισχύοντα επί δικαστικής απόφασης, με την οποία προσομοιάζει, χωρίς να είναι η προσωρινή διαταγή. Περαιτέρω, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 715 ΚΠολΔ., “απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση η διάθεση των πραγμάτων που κατασχέθηκαν από εκείνον σε βάρος του οποίου έγινε η κατάσχεση”, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, «Στη συντηρητική κατάσχεση ακινήτου, πλοίου, αεροσκάφους ή εμπράγματου δικαιώματος, επάνω σ’ αυτά, η ακυρότητα που αναφέρεται στην παρ. 1 ισχύει ως προς τους τρίτους, μόνον αν κατά το χρόνο της διάθεσης είχε γίνει εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, στο νηολόγιο ή στο μητρώο αεροσκαφών». Από τις διατάξεις, αυτές, οι οποίες, κατά ρητή παραπομπή του νομοθέτη (άρθρο 727 ΚΠολΔ), τυγχάνουν εφαρμογής και επί δικαστικής μεσεγγύησης, που αντικατέστησε «τη συντηρητική κατάσχεση επί σκοπώ διεκδικήσεως» του προϊσχύσαντος δικαίου, συνάγεται ότι με αυτές τίθεται, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών, ως προϋπόθεση ισχύος, ως προς τους τρίτους, της ακυρότητας διάθεσης (η οποία είναι έννοια ευρύτερη της απαλλοτρίωσης και περιλαμβάνει οποιαδήποτε μεταβίβαση, σύσταση, επιβάρυνση και γενικώς νομική μεταβολή) των πραγμάτων που τέθηκαν υπό δικαστική μεσεγγύηση, η εγγραφή της απόφασης με την οποία διατάχθηκε η θέση του πράγματος υπό δικαστική μεσεγγύηση στα βιβλία κατασχέσεων της περιφέρειας του τόπου, όπου βρίσκεται το ακίνητο, κατά τον χρόνο της διάθεσης. Επομένως, η προσωρινή διαταγή, που εκδίδεται στο πλαίσιο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων για τη θέση του πράγματος υπό δικαστική μεσεγγύηση, ως συνάρτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και τελολογικό παρεπόμενο της αντίστοιχης απόφασης, αποτελεί το πρόσφορο μέσο προς πραγμάτωση του με το ασφαλιστικό μέτρο επιδιωκόμενου σκοπού και δεν μπορεί να είναι περισσότερο εξασφαλιστική από την ίδια την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων. Έτσι, η απαγόρευση, με προσωρινή διαταγή, της νομικής μεταβολής ακινήτου ή εμπράγματου δικαιώματος σ΄αυτό, ισχύει έναντι των τρίτων, με την προϋπόθεση ότι σημειώθηκε προηγουμένως η προσωρινή διαταγή στα αντίστοιχα δημόσια βιβλία κατασχέσεων, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 715 παρ. 3 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται αναλόγως.
Σχόλιο
Το ενδιαφέρον της δημοσιευόμενης απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου έγκειται κυρίως στην παραδοχή ότι η απαγόρευση με προσωρινή διαταγή της νομικής μεταβολής ακινήτου ή εμπράγματου δικαιώματος σ’ αυτό, ισχύει έναντι των τρίτων, με την προϋπόθεση ότι σημειώθηκε προηγουμένως η προσωρινή διαταγή στα αντίστοιχα βιβλία κατασχέσεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 715 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται αναλόγως. Ο Άρειος Πάγος, επιλύοντας επίσης, μια διχοστασία της νομολογίας, που αντανακλούσε αντίστοιχη διάσταση απόψεων των θεωρητικών, δέχεται πλέον ορθώς, ότι αν το μέτρο που ορίστηκε με προσωρινή διαταγή και παραβιάστηκε συνίσταται στην απαγόρευση διάθεσης του πράγματος (μεταβολή της νομικής του κατάστασης), η μεταγενέστερη της προσωρινής διαταγής διάθεση (εκποίηση, στην κρινόμενη υπόθεση) πλήττεται με ακυρότητα, η οποία θεμελιώνεται όχι στο άρθρο 175 ΑΚ, αλλά στο άρθρο 176 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατ΄ αναλογία με τα ισχύοντα επί δικαστικής απόφασης, με την οποία (κατά τη δημοσιευμένη απόφαση) προσομοιάζει, χωρίς να είναι η προσωρινή διαταγή. Με τη δημοσιευμένη απόφαση διευκρινίζεται, τέλος, ότι «η ακυρότητα διάθεσης» είναι έννοια ευρύτερη της απαλλοτρίωσης και περιλαμβάνει οποιαδήποτε μεταβίβαση, σύσταση, επιβάρυνση και γενικώς νομική μεταβολή. Έτσι, η ΑΠ 558/2010 (αδημ.), κρίνοντας ειδικότερα περίπτωση έγγραφης προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου, για το οποίο προηγουμένως έχει εκδοθεί προσωρινή διαταγή μη μεταβολής της νομικής του κατάστασης, άσχετα με το αν η προσημείωση αυτή εγγράφεται αναγκαστικά δυνάμει διαταγής πληρωμής ή συναινετικά με τη σύμπραξη του οφειλέτη, δέχεται ότι η πράξη αυτή (εγγραφή προσημείωσης υποθήκης) εντάσσεται στη γενική έννοια της διάθεσης, κατά το άρθρο 176 ΑΚ, ενώ εφαρμογή έχει και η διάταξη του άρθρου 1259 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η υποθήκη αποκτάται μόνο σε ακίνητα που μπορούν να εκποιηθούν.
(Για τα θέματα αυτά, βλ. κύριο άρθρο, Νομικά Χρονικά, Τεύχος 51)
Ι. Δούμπης

separator

separator