phone icon+30 22870 23110
divider

separator

Οριζόντιος ιδιοκτησία και σύσταση αυτής – Αριθμός 2241/2014

/ 0 Comments /

Οριζόντιος ιδιοκτησία και σύσταση αυτής – Αριθμός 2241/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. συζ. Ν. Κ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου …., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παπαγεωργίου, που ανακάλεσε την από 7-10-2014 δήλωσή του κατ` άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Σ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σαλαμαστράκη, που ανακάλεσε την από 30-9-2014 δήλωσή του κατ` άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκε με τις από 20/11/2007 συμπληρωματικές β` προτάσεις – ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/2008 μη οριστική, 316/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/9/2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης, ανέγνωσε την από 2/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 1§1 του ν.δ 1024/1971 επιτράπηκε η σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου, ορίστηκε δε με την επόμενη παράγραφο του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6§2 του ν. 2052/1992, ότι “η προηγούμενη §1 εφαρμόζεται μόνο επί οικοπέδων κειμένων εντός σχεδίων πόλεων, εντός ορίων οικισμών προ του 1923, καθώς και εντός ορίων οικισμών κάτω των 2000 κατοίκων, που καθορίζονται βάσει του από 24.4.1985 π.δ. (ΦΕΚ 181Δ`), όπως ισχύει. Συστάσεις διηρημένων ιδιοκτησιών σε οικόπεδα, που βρίσκονται μέσα στους ανωτέρω οικισμούς, που έγιναν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, είναι έγκυρες, εκτός αν κηρύχθηκαν άκυρες με αμετάκλητη δικαστική απόφαση”. Με το άρθρο 4 του ίδιου ν.δ. (που προστέθηκε με το άρθρο 6§2 του ν. 2052/1992) ορίστηκε, ότι “κάθε δικαιοπραξία, με την οποία συνιστάται διηρημένη κατά το παρόν νομοθετικό διάταγμα ιδιοκτησία μετά τη δημοσίευση του παρόντος και κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη”. Επομένως, μετά την ισχύ του ν. 2052/1992, σύσταση κάθετης συνιδιοκτησίας σε ακίνητο εκτός σχεδίου απαγορεύεται, όντας η σχετική πράξη “αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη”. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1§1 του ν.δ. 1024/1971, 13§1 του ν. 3741/1929 και 1192 αρ. 1 του ΑΚ προκύπτει, ότι κάθε σύμβαση, με την οποία συνιστάται κάθετη ιδιοκτησία, γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρείται στο βιβλίο μεταγραφών. Επομένως, το δικαίωμα που ιδρύεται και αποκτάται κατά τη σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας, νοείται από τη μεταγραφή και όχι από την υπογραφή της σχετικής πράξης, αφού, όπως το άρθρο 1198 του ΑΚ ορίζει, χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις που αυτή απαιτείται (ΑΚ 1192 και 1193) δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου ή η σύσταση, μετάθεση, κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος πάνω στο ακίνητο. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 480§1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του. Ενώ, κατά το άρθρο 480 Α §1 ΚΠολΔ, κάθε συγκύριος οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή χωριστές οικοδομές, έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αυτούσια διανομή του οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ`ορόφους ή μέρη ορόφων ή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων. Και κατά το άρθρο 484§1 ΚΠολΔ, αν η κατά τα άρθρα 480 και 480 Α διανομή είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, το δικαστήριο διατάζει την πώληση με πλειστηριασμό.

Εξάλλου, για μεν την ίδρυση του από το άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, πρέπει το δικαστήριο να απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή να αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, ή να προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πρέπει από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, να μη προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ήδη αναιρεσίβλητος ενάγων, με την ένδικη, από 10.5.2006, αγωγή του, ισχυρίστηκε ότι αυτός και η ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη τυγχάνουν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου των περιγραφόμενων δύο επίδικων ακινήτων και ζήτησε να λυθεί η υφιστάμενη μεταξύ τους κοινωνία με την πώλησή τους με πλειστηριασμό, ώστε καθένας τους να λάβει το ανάλογο κατά τη μερίδα του ποσοστό του εκπλειστηριάσματος, εφόσον η αυτούσα διανομή τους είναι αδύνατη και η ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη δεν συναινεί στην εξώδικη διανομή τους. Η τελευταία ασκώντας παραδεκτά με τις προτάσεις της ανταγωγή, ισχυρίστηκε, ότι δυνάμει του αναφερόμενου συμβολαίου έχει συσταθεί κάθετος ιδιοκτησία στο πρώτο εκ των επίδικων ακινήτων, με κτηματολογική μερίδα 758Α Γαιών …, και έχει ήδη ανεγείρει από το έτος 1975 ισόγεια οικοδομή. Οτι η σύσταση αυτή καθέτου ιδιοκτησίας δεν έχει μεταγραφεί στα κτηματολογικά βιβλία, γιατί οι σχετικές αιτήσεις της των ετών 1973 και 1995 απορρίφθηκαν με συναφείς διατάξεις του Κτηματολογικού Δικαστή, που δέχτηκε, ότι α) τα εμβαδά των επί μέρους τμημάτων, όπως αυτά εμφαίνονταν στο συνημμένο στην προμνησθείσα σύσταση σχεδιάγραμμα, δεν συμφωνούν με τα αναφερόμενα στο συμβόλαιο και β) ότι δεν αναφερόταν εάν η έκταση είναι εντός ή εκτός σχεδίου πόλης, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος του επιτρεπτού ή μη της σύστασης καθέτου ιδιοκτησίας. Ζήτησε δε να καταδικασθεί ο ήδη αναιρεσίβλητος ενάγων σε δήλωση βουλήσεως, ώστε να συναφθεί παρεπόμενη, διορθωτική της σύστασης καθέτου ιδιοκτησίας, σύμβαση, με την οποία θα αποκαθίστανται τα τεχνικά σφάλματα του άνω σχεδιαγράμματος α) ως προς την ορθή απεικόνιση των κάθετων ιδιοκτησιών και β)τη βεβαίωση ότι το πρώτο ακίνητο είναι εντός ζώνης 500 μέτρων από τα όρια του ισχύοντος ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως του Δήμου Ιαλυσού, και όλως επικουρικώς, ήτοι για την περίπτωση που η αγωγή διανομής γίνει δεκτή, να συνυπολογισθεί στη μερίδα της το συνολικό ποσό των 365.830 ευρώ, κατά το οποίο αυξήθηκε η αξία του πρώτου των επίδικων ακινήτων λόγω της ύπαρξης εντός αυτού της καθέτου ιδιοκτησίας της. Το Δικαστήριο της ουσίας, ως προς το αίτημα της ανταγωγής που αφορά στη σύναψη διορθωτικής πράξης της σύστασης καθέτου ιδιοκτησίας, έκρινε ότι “είναι απορριπτέο, προεχόντως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, καθ`όσον, σύμφωνα με όσα ήδη προεκτέθηκαν … ήδη από το έτος 1992 απαγορεύεται ρητά η σύσταση καθέτου ιδιοκτησίας σε ακίνητο που κείται εκτός σχεδίου πόλης, με αποτέλεσμα να μην δύναται πλέον να μεταγραφεί με βάση τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Οι τελευταίες κρίνονται, εν προκειμένω, κρίσιμες και όχι οι ισχύουσες κατά το χρόνο σύστασης της καθέτου ιδιοκτησίας, καθόσον η μεταγραφή, η οποία, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ισχύει και παράγει αποτελέσματα ex nuuc, δεν έχει αναδρομική ισχύ και ως εκ τούτου δεν ανάγεται στο χρόνο της σύστασης, αλλά η εγκυρότητα της σύστασης εμπράγματων δικαιωμάτων επί καθέτων ιδιοκτησιών και ως εκ τούτου η μεταγραφή της, δυνάμει της οποίας συντελείται η ανωτέρω σύσταση, ελέγχεται με βάση τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις κατά το χρόνο της μεταγραφής”. Ετσι που έκρινε το πιο πάνω Δικαστήριο ως προς το άνω αίτημα της ανταγωγής δεν παραβίασε ευθέως τις προεκτεθείσες ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 1§1 του ν.δ. 1024/1971, 13§1 του ν. 3741/1192 αρ. 1 και 1198 ΑΚ, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 159, 164 και 1033 ΑΚ, που αφορούν, αντίστοιχα, στη συνέπεια μη τήρησης του τύπου δικαιοπραξίας, στην τροποποίηση τυπικής δικαιοπραξίας και στη κτήση ακινήτου με σύμβαση, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, εφόσον υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους, και, συνεπώς, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: “Οι διάδικοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου α) ενός αγρού, που βρίσκεται στην τοποθεσία “…” της περιφέρειας.., συνολικής έκτασης 4.755 τ.μ. με κτηματολογικά στοιχεία τόμος παλαιός … και νέος … γαιών…, φύλλο παλαιού τόμου 102 και νέου 68, μερίδα … και φάκελος …, νομικής φύσης αρζί μιρί και ήδη μουλκ και β) μιας οικοδομής, η οποία έχει ήδη καταρρεύσει και βρίσκεται στην ίδια ως άνω περιοχή και όμορη με την προπεριγραφόμενη μερίδα με κτηματολογικά στοιχεία τόμος … οικοδομών…, φύλλο 77, μερίδα … και φάκελος …, νομικής φύσης μουλκ. Οι αντίδικοι έχουν καταστεί συγκύριοι των ακινήτων αυτών κατ` ισομοιρία δυνάμει του υπ` αριθμ. …/16.06.1973 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρόδου, …………….., ο ενάγων και του υπ` αριθμ. …/21.03.1971 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρόδου, …………… η εναγομένη, αντίστοιχα, νόμιμα καταχωρισμένα στις οικείες μερίδες των Κτηματικών Βιβλίων του Κτηματολογίου Ρόδου, όπως άλλωστε και οι ίδιοι συνομολογούν, πλην όμως δεν συναινούν στην εξώδικη διανομή τους. Τα ακίνητα βρίσκονται σε περιοχή εκτός σχεδίου και εντός ζώνης του σχεδίου πόλεως Ιαλυσού, όπου οι ισχύοντες όροι δόμησης, σύμφωνα με το π.δ. της 24/31.05.1985 (ΦΕΚ Δ` 270), ορίζουν κατά κανόνα αρτιότητα 4.000 τ.μ. και αντίστοιχα επιτρεπόμενη κάλυψη 200 τ.μ., συνεπώς η επιτρεπόμενη κάλυψη και δόμηση των ακινήτων ανέρχεται, αφού αυτά έχουν εμβαδό 4.755 τ.μ. σε 215,10 τ.μ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι επί του πρώτου ως άνω ακινήτου η εναγομένη – αντενάγουσα ανήγειρε κατά το έτος 1975 δύο ισόγειες οικοδομές, δυνάμει του υπ` αριθμ. …/11.07.1973 συμβολαίου σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Ρόδου, Γ. ………. , σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1024/1971, η καταχώριση της οποίας στα Κτηματικά Βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου έχει απορριφθεί με τις υπ` αριθμ. …/17.07.1973 και …/07.04.1993 διατάξεις του Κτηματολογικού Δικαστή, όπως τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ` αριθμ. ../2006 πιστοποιητικό του Κτηματολογίου Ρόδου.

Συνεπώς οι ανεγερθείσες από την εναγομένη – αντενάγουσα ισόγειες οικοδομές ανήκουν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε αμφότερους τους διαδίκους, δεδομένου, ότι ελλείψει μεταγραφής, το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας επ` αυτών δεν περιήλθε ποτέ πλήρως στην εναγομένη – αντενάγουσα. Βέβαια με την ανωτέρω σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας είχε συμφωνηθεί ανάμεσα στους αντιδίκους ο μεν ενάγων να λάβει κατά κυριότητα το τμήμα (1) του ακινήτου, όπως αυτό έτσι αποτυπώνεται στο συνημμένο στην έκθεση του πραγματογνώμονα παράρτημα, εμβαδού 1.585 τ.μ., ομοίως η εναγομένη να λάβει κατά κυριότητα το τμήμα (2) του ακινήτου, όπως αυτό έτσι αποτυπώνεται στο συνημμένο στην έκθεση παράρτημα, εμβαδού 1.585 τ.μ., το δε τμήμα (3) του ακινήτου, όπως αυτό έτσι αποτυπώνεται στο συνημμένο στην έκθεση παράρτημα, εμβαδού επίσης 1.585 τ.μ., να περιέλθει σε έκαστο εξ αυτών κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου.

Αποδεικνύεται επίσης ότι η εναγομένη στο τμήμα (2) ανήγειρε δύο οικοδομές, οι οποίες χρησιμοποιούνται από αυτή ως κατοικίες, συνολικού εμβαδού περίπου 260 τ.μ., έχει δε κατασκευάσει στο τμήμα αυτό (2) περίφραξη από οπλισμένο σκυρόδεμα, προς, το δρόμο αυλόθυρα, ράμπα εισόδου, κήπο, αυλή και άλλες μικροκατασκευές, τα δε υπόλοιπα τμήματα του γηπέδου, (1) και (3), είναι αδόμητα. Σημειωτέον, ότι, μολονότι η προαναφερόμενη σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας δεν έχει καταχωριστεί στα Κτηματικά Βιβλία, οι κατασκευές, που ανήγειρε η εναγομένη δεν αντίκεινται στην πολεοδομική νομοθεσία, καθώς αυτές έχουν ανεγερθεί μετά την έκδοση επ` ονόματι της εναγομένης των μετ επικλήσεως προσκομιζόμενων υπ` αριθμ. 445/1973 και 60/1974 αδειών του Γραφείου Πολεοδομικών εφαρμογών της Νομαρχίας Δωδεκανήσου, για την ισόγειο οικοδομή και την επέκταση ισογείου αντίστοιχα …… . Μετά δε την ισχύ του Ν. 2025/1992 (από 5-6-1992),.. όσον αφορά το επίδικο ακίνητο, αφού αυτό βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως (βλ. υπ` αριθμ. 2005/04.04.2003 βεβαίωση Διεύθυνσης Πολεοδομικών και Τεχνικών Έργων Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου), η προαναφερόμενη σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας, δεν δύναται πλέον να καταχωριστεί στα Κτηματικά Βιβλία με βάση τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Σύμφωνα με την απολύτως αιτιολογημένη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα που ορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είναι κατά νόμο αδύνατη η συμφέρουσα για όλους διανομή της μερίδας … Α γαιών…. σε δύο ίσα, άρτια και οικοδομήσιμα τμήματα, ίσης αξίας, ούτε είναι δυνατή η διανομή σε άνισα κατ` αξία μέρη με σύσταση δουλείας ή καταβολή χρηματικού ποσού, καθώς σε κάθε περίπτωση θα προκύψει μη άρτιο οικόπεδο. Ειδικότερα, κατά την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν είναι δυνατή η διανομή σε δύο τμήματα, διότι αφενός η διαίρεση του γηπέδου σε δύο γήπεδα, ίσα, άρτια και οικοδομήσιμα, καθώς το καθένα από αυτά, έχοντας εμβαδό (4.755 / 2 =) 2.377,5 τ.μ., θα υπολείπεται του απαιτούμενου για την αρτιότητα εμβαδού των 4.000 τ.μ., αφετέρου ήδη οι ανεγερθείσες κατασκευές, που έχουν εμβαδόν περί τα 260 τ.μ., έχουν ήδη υπερκαλύψει τη σήμερα επιτρεπόμενη κάλυψη και δόμηση των 215,10 τ.μ., καθώς, ως στην έκθεση αναφέρεται, κατά την έκδοση των προαναφερόμενων οικοδομικών αδειών, ίσχυαν ευνοϊκότεροι όροι δόμησης, ήδη δε αυτές βρίσκονται σε ένα μόνο εκ των ανωτέρω τμημάτων, σε κάθε δε. περίπτωση, ούτε με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας δύναται να επέλθει η διανομή, αφού αυτή, εκ της φύσεως του ακινήτου (γήπεδο εκτός σχεδίου), όπως προαναφέρθηκε, πλέον απαγορεύεται. Η εναγομένη αμφισβητεί την ορθότητα της πραγματογνωμοσύνης αυτής, ισχυριζόμενη ότι είναι πλημμελής και χρήζει συμπλήρωση … Πλην όμως οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι … Ειδικότερα: Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2. π.δ. της 24/31.05.1985 (ΦΕΚ Δ` 270)

“Κατά παρέκκλιση θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα: α) Τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων, κωμών, και οικισμών, τα οποία είχαν κατά την 24.4.1977 ημέρα δημοσίευσης του από 5.4.77 π.δ/τος ΦΕΚ 133 Δ%) ελάχιστο εμβαδόν 2000 μ2″. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και μετά την ισχύ του ανωτέρω π.δ. δύναται ένα μείζον ακίνητο εντός ζώνης να διανεμηθεί σε δύο μικρότερα των 2.000 τ.μ. και να είναι αυτά άρτια. Η πρόνοια αυτή ισχύει μόνον για όσα τέτοια ακίνητα (εντός ζώνης) είχαν κατά την 24.04.1977 ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ., όπως εξάλλου τούτο από την απλή γραμματική ερμηνεία του π.δ. προκύπτει. Στην προσκομιζόμενη βέβαια, από την εναγομένη από Μάρτιο του 2003 βεβαίωση του διπλωματούχου αγρονόμου – τοπογράφου μηχανικού, Α. Χ., η οποία λαμβάνεται υπόψη, καθώς αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 445 ΚΠολΔ και όχι υπεύθυνη δήλωση τρίτου, που δόθηκε εν όψει της συγκεκριμένης δίκης, άλλωστε και ως τέτοια εκ του χρόνου έκδοσης της (Μάρτιο 2003) δόθηκε πριν από την άσκηση της αγωγής, αναφέρεται ότι το ακίνητο είναι άρτιο και με εμβαδόν γηπέδου 2.000 τ.μ. επιτρέπεται κατά παρέκκλιση η δόμηση αυτού. Η βεβαίωση αυτή προέρχεται από ιδιώτη μηχανικό, φέρει δε σφραγίδα της Διεύθυνσης Υποδομών και Τεχνικών Εργων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου. Ωστόσο αυτό, που βεβαιώνει, δεν είναι ακριβές, καθώς έρχεται- σε αντίθεση σε ρητή πρόβλεψη του νόμου …. Ενόψει δε της φύσεως, του είδους και της εκτάσεως του διανεμητέου, με βάση επίσης την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αλλά και κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, είναι προδήλως ανέφικτη, αλλά και ασύμφορη η αυτούσια διανομή του ακινήτου, αφού είναι αδύνατη η φυσική διαίρεση του επιδίκου σε δύο διαιρεμένες ιδιοκτησίες, άρτιες και οικοδομήσιμες, ενώ αντίστοιχη λύση θα επέφερε και δραστική μείωση της αξίας του, η δε αναφορά από την εναγομένη ότι κατά τους τίτλους κτήσης τα ακίνητα αγοράστηκαν ως αγροί, δεν επιτρέπει την αυτούσια διανομή τους, δεδομένου ότι, αφής στιγμής έχει ανεγερθεί οικία εντός αυτών, αυτά έχουν αποβάλει την κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, ανωτέρω ιδιότητα τους, τυχόν δε διαίρεση τους, θα καθιστούσε αυτά, όπως αναφέρθηκε, μη άρτια και θα συνεπαγόταν δραστική μείωση της αξίας τους, καθώς, δεδομένου ότι σε αυτά έχει ανεγερθεί οικία, έχουν αποκτήσει αξία πολύ μεγαλύτερη από αγροτικό ακίνητο. Αβάσιμα λοιπόν υποστηρίζει η εναγομένη ότι ήταν δυνατή η αυτούσια διανομή του κοινού. Εφόσον λοιπόν ήταν αδύνατη, έπρεπε να διαταχθεί η διανομή του με πλειστηριασμό και διανομή του πλειστηριάσματος μεταξύ των συγκυρίων κατά το λόγο της μερίδα του …”. Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε, ότι ένσταση της εναγομένης από την ΑΚ 281 είναι κατ` ουσίαν αβάσιμη και ότι η ανταγωγή κατά το επικουρικό αίτημά της είναι βάσιμη ως προς το ποσό των 120.00 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε ως βάσιμη και κατ` ουσίαν την ένδικη περί διανομής αγωγής και διέταξε την πώληση των επίκοινων ακινήτων με πλειστηριασμό, την δε ανταγωγή εν μέρει και υποχρέωσε τον αντεναγόμενο (ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο) να καταβάλει στην αντενάγουσα (εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα) 120.00 ευρώ από το εκπλειστηρίασμα που αναλογεί σ` αυτόν. Με βάση αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του εφικτού ή όχι της αυτούσιας διανομής των δύο επίκοινων ακινήτων, αφού, ενώ έκρινε, ότι είναι αδύνατη η αυτούσια διανομή μόνο του πρώτου ακινήτου, όχι δε και του δεύτερου επίκοινου ακινήτου, για το οποίο καμία αιτιολογία δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα του εφικτού ή όχι της αυτούσιας διανομής του, εν τούτοις δέχτηκε, ως άνω, την αγωγή περί διανομής, διατάσσοντας την πώλησή τους με πλειστηριασμό, και την ανταγωγή, κατά το επικουρικό αίτημά της εν μέρει, παραβιάζοντας, έτσι, εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 479 επ. του ΚΠολΔ περί διανομής, στερώντας, επομένως, την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, κατά το βάσιμο συναφή δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση αλλά μόνο ως προς την αγωγή περί διανομής και την ανταγωγή ως προς το επικουρικό αίτημά της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 88/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, αλλά μόνο ως προς την αγωγή περί διανομής και την ανταγωγή ως προς το επικουρικό αίτημά της.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2014.

separator

separator