phone icon+30 22870 23110
divider

separator

Σύσταση της εν λόγω έννομης σχέσεως με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) δεν είναι δυνατή… – Αριθμός 642/2012

/ 0 Comments /

Σύσταση της εν λόγω έννομης σχέσεως με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) δεν είναι δυνατή. Και τούτο, διότι, πέραν του προβλεπόμενου ως άνω περιορισμένου κύκλου των τρόπων συστάσεως της, η επιτρεπόμενη κατ’ άρθρο 993 ΑΚ νομή επί συστατικού μέρους πράγματος (ορόφου, διαμερίσματος κ. ά.) δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας του με χρησικτησία, άρα ούτε στη σύσταση οροφοκτησίας.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Π., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φραγκούλη.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Σ. του Π., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κακαρούνα που ανακάλεσε την από 4-10-2011 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-9-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6469/2005 μη οριστική, 4351/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1682/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-4-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 27-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 599 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εφόσον για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954, 993, 1002, 1117 ΑΚ, 1, 14 του ν. 3741/1929, 1, 2 του ν. δ. 1024/1971, 1, 6 του ν. 1562/1985 και 480 Α’ του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η έννομη σχέση της οριζόντιας ή (και) κάθετης ιδιοκτησίας μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία (μονομερή εν ζωή δικαιοπραξία του κυρίου του ακινήτου, σύμβαση του κυρίου με τρίτο ή τρίτους, σύμβαση των συγκυρίων είτε μεταξύ τους είτε με τρίτο ή τρίτους, δωρεά αιτία θανάτου ή διαθήκη του κυρίου) ή με δικαστική απόφαση (σε δίκη διανομής κοινού ακινήτου ή μετά από αίτηση συγκυρίου ή συγκυρίων ακινήτου κατά ποσοστό τουλάχιστον 65%). Σύσταση της εν λόγω έννομης σχέσεως με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) δεν είναι δυνατή. Και τούτο, διότι, πέραν του προβλεπόμενου ως άνω περιορισμένου κύκλου των τρόπων συστάσεως της, η επιτρεπόμενη κατ’ άρθρο 993 ΑΚ νομή επί συστατικού μέρους πράγματος(ορόφου, διαμερίσματος κ. ά. )δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας του με χρησικτησία, άρα ούτε στη σύσταση οροφοκτησίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι, κατά παραβίαση των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την, περί συστάσεως με χρησικτησία κάθετος ιδιοκτησίας στο κοινό των διαδίκων ακίνητο, ένσταση του αναιρεσείοντος (εναγομένου) κατά της ειδικώς από 4-9-2004 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, με την οποία εζητείτο η κοινωνία των διαδίκων στο επίδικο ακίνητο να λυθεί με διανομή και ειδικότερα να διαταχθεί η πώληση του με πλειστηριασμό και να διατεθεί το εκπλειστηρίασμα μεταξύ των διαδίκων, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, “η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται, εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κανονισμός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος”. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή και των δικαιοπαρόχων του ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου τις ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 17/1995, Ολ.ΑΠ 7/2002). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως “πράγματα”, κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Συνεπώς, δεν είναι πράγματα, με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1 984), Περαιτέρω, επί ενστάσεως, καταχρήσεως δικαιώματος, κάθε ένα, από τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης, αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, η δε παράλειψη της έρευνας των περιστατικών αυτών θεμελιώνει τον λόγο αυτόν αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 β’ ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα περιστατικά της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, που πρόβαλε πρωτοδίκως ο αναιρεσείων και επανέφερε στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο έφεσης του προς απόκρουση της ένδικης αγωγής και τα οποία είναι τα εξής: “Ο ενάγων από του έτους 1953 μέχρι πού ήγειρε το έτος 1988 δια πρώτη φοράν αγωγήν διαμονής (ήτις και είχε απορριφθεί), δηλαδή επί 33 και πλέον έτη, ουδέποτε και με οποιοδήποτε τρόπο προέβαλλε αξίωση για διανομή του ακινήτου, αντίθετα δε, είχε συμπράξει, συμμετέχων σε σχετική κλήρωση (κατά τα ανωτέρω εις τον πρώτο λόγο της παρούσης αναφερόμενα), στην εξώδικη διανομή του ακινήτου και είχε αποδεχθεί την αποκλειστική κυριότητα των θηλέων αδελφών μας επί των διαμερισμάτων τους και των ανηκόντων εις αυτάς τμημάτων οικοπέδων, ως και, την ιδική μου αποκλειστική κυριότητα επί του περιελθόντος εις εμέ δια της μεταξύ μας κληρώσεως καταστήματος και κυρίως έχων και μη αποποιούμενος την αποκλειστική του κυριότητα επί των περιελθουσών εις αυτόν εκ της μεταξύ μας κληρώσεως ιδιοκτησιών. Έκτοτε δε, εξεμεταλλεύετο αποκλειστικώς: τα εις αυτόν δια κληρώσεως περιελθόντα τμήματα του οικοπέδου μετά τον επ αυτών κτισμάτων και απεκέρδαινε από την δημιουργηθείσα κατάσταση διά της αποκλειστικής χρήσεως των δημιουργηθεισών χωριστών ιδιοκτησιών, δημιουργήσας ούτω την πεποίθηση εις εμέ, αλλά και εις τας ως άνω αδελφάς μας, ότι δεν θα προέβαλλε αξίωσιν περί διανομής. Έτσι, με βάση τα παραπάνω περιστατικά, η μετά από τόσα έτη (από του έτους 1953), άσκηση του ενδεχομένου δικαιώματος του αντιδίκου) μου προς διανομή του “επικοίνου, αντίκειται στην καλή πίστη και τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη καθώς και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος”. Με βάση τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά περιστατικά ο αναιρεσείων ζήτησε την απόρριψη της ένδικης αγωγής ως καταχρηστικής, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ. ‘Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε, ότι μόνη της η αδράνεια του δικαιούχου, προς άσκηση του εν λόγω δικαιώματος του, από το έτος 1953 έως την κατά το έτος 1988 άσκηση προηγούμενης αγωγής του προς διανομή του ίδιου ακινήτου, μη συνεπικουρούμενη και από άλλα περιστατικά, δεν συνιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε, την πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντος, ως μη νόμιμη, με την κρίση ότι μόνη η επικαλούμενη αδράνεια του ενάγοντος στην άσκηση του δικαιώματος του, χωρίς την επίκληση και άλλων ειδικών συνθηκών και περιστατικών προς λύση της κοινωνίας, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος αυτού, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Κρίνοντας, όπως παραπάνω το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε κρίνοντας σιωπηρά, ότι, με τη συνδρομή των λοιπών επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Συνεπώς, το Εφετείο, που απέρριψε εκ του πράγματος τα ανωτέρω επί πλέον περιστατικά, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 β του ΚΠολΔ και γι’ αυτό ο εξεταζόμενος λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν Πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, απορρέοντα τρίτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως για το ανέφικτο και ασύμφορο της αυτούσιας διανομής του κοινού ακινήτου, αγνόησε τις νομίμως με επίκληση προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα τρεις (3) τεχνικές εκθέσεις των μηχανικών Δ. Χ., Ά. Μ. Χ. και Χ. Σ., αντιστοίχως, κατά τις οποίες, σε αντίθεση με την έκθεση της διαταχθείσας από το Πρωτοδικείο πραγματογνωμοσύνης, ήταν εφικτή και συμφέρουσα η αυτούσια διανομή του επιδίκου. Όμως, από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι, για τον σχηματισμό της ανωτέρω δικαστικής κρίσεως, ελήφθησαν υπόψη και “όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα”, καθώς και από ολόκληρο το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και οι ανωτέρω τεχνικές εκθέσεις, δεν υπήρχε δε προς τούτο ανάγκη να γίνει από το Εφετείο ρητή μνεία και ειδική αξιολόγηση αυτών (εκθέσεων). Επομένως, ο προκείμενος λόγος είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-4-2010 αίτηση του Χ. Σ. του Π., για αναίρεση της 1682/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

separator

separator