phone icon+30 22870 23110
divider

Archive


ΣΤΕ 665/2018 – Παράνομη λόγω αναρμοδιότητας η απόφαση δημοτικού συμβουλίου για μεταφορά αγροτικών οδών

/ 0 Comments

ΣΤΕ 665/2018 – Παράνομη λόγω αναρμοδιότητας η απόφαση δημοτικού συμβουλίου για μεταφορά αγροτικών οδών.

Περίληψη

  • Το οδικό δίκτυο υπόκειται σε συνολικό σχεδίασμά και διαχείριση τόσο σε επίπεδο εθνικών ή επαρχιακών οδών, όσο και σε επίπεδο μονάδας τοπικής αυτοδιοικήσεως, προκειμένου για δημοτικές ή κοινοτικές οδούς. Στη διαχείριση περιλαμβάνεται και ο εκσυγχρονισμός του οδικού δικτύου, δηλαδή, και η τροποποίησή του με τη διάνοιξη νέας ή την κατάργηση υπάρχουσας οδού, προκειμένου τούτο να προσαρμοσθεί προς νέες ανάγκες και απαιτήσεις. Σε κάθε περίπτωση, τα κριτήρια σχεδιασμού και διαχειρίσεως του οδικού δικτύου πρέπει να είναι σαφή, εξειδικευμένα και να συνδέονται προς τα υπόλοιπα στοιχεία του χώροταξικού σχεδίου. Εξ άλλου, το οδικό δίκτυο ενός ΟΤΑ δεν αποτελεί τοπική του υπόθεση, εφ’ όσον συνάπτεται τόσο με το υπόλοιπο δίκτυο της χώρας, όσο και με την προστασία των γεωσυστημάτων του φυσικού χώρου, τα οποία αποτελούν στοιχείο της εθνικής φυσικής κληρονομιάς. Για την πραγματοποίηση έργων οδοποιίας που αφορούν, μεταξύ άλλων, δημοτικές και κοινοτικές οδούς εκτός σχεδίων πόλεων ή ορίων οικισμών, καθώς και αγροτικές οδούς απαιτείται, κατ’αρχήν, να τηρηθεί προηγουμένως η διαδικασία της υποβολής περιβαλλοντικής έκθεσης ή προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης (Π.Π.Ε.Α.) και της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Αποκλείονται οι αποσπασματικές και απρογραμμάτιστες πράξεις διαχειρίσεως του οδικού δικτύου, όπως η διάνοιξη, διαπλάτυνση και κατάργηση οδών βάσει εντετοπισμένων εκτιμήσεων με γνώμονα την εξυπηρέτηση τοπικής ανάγκης, χωρίς υπολογισμό των ευρύτερων επιπτώσεων που αυτές ενδέχεται να έχουν.
  • Κατά την έννοια των περιοριστικών της δομήσεως διατάξεων του π.δ. της 24.5.1985, οι οποίες αποβλέπουν, πρωτίστως, στη διαφύλαξη του ιδιαίτερου χαρακτήρα των εκτός σχεδίου περιοχών, η κατ’εξαίρεση επιτρεπόμενη στις περιοχές αυτές δόμηση τελεί υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται πάντως, ο βασικός κανόνας της πολεοδομικής νομοθε­σίας, κατά τον οποίο δομήσιμα είναι τα γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο νομίμως υφιστάμενο, μη προκύψαντα από ιδιωτική βούληση, διότι άλλως θα καθίστατο δυνατή η δόμηση σε εκτός σχεδίου περιοχές υπό όρους ευνοϊκότερους, από την ανωτέρω άποψη, ακόμη και εκείνων που ισχύουν στις εντός σχεδίου περιοχές.
  • Με τις διατάξεις του άρθρου 411 του Κ.Β.Π.Ν. (άρθ. 20 του ν.δ. της 17.7-16.8.1923), οι οποίες αποσκοπούν στην εξασφάλιση του αναγκαίου κρατικού ελέγχου επί του πολεοδομικού σχεδιασμού και της δομήσεως εν γένει, και, ειδικότερα, στην παρε- μπόδιση της δημιουργίας ιδιωτικών σχεδίων ρυμοτομίας, απαγορεύθηκε, κατ’ αρχήν, από τη θέση τους σε ισχύ και εφεξής, η καθ’ οιονδήποτε τρόπο δημιουργία οδών ή άλλων κοινοχρήστων χώρων με ιδιωτική βούληση. Εν όψει δε της διατυπώσεως και του σκοπού τους, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται επί περιοχών ευρισκομένων είτε εντός είτε εκτός σχεδίου. Επιτρέπεται πάντως, κατά παρέκκλιση από την προαναφερθείσα απαγόρευση, η αναγνώριση από τη Διοίκηση κοινοχρήστων χώρων, κειμένων εκτός σχεδίου πόλεως, ως σχηματισθέντων από ιδιώτες προ της θέσεως σε ισχύ των εν λόγω απαγορευτικών διατάξεων.
  • Ενώ οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 3155/1955 και του π.δ. της 24-31.5.1985 θεσπίζουν ειδική διαδικασία για την κήρυξη και τον καθορισμό των εθνικών και επαρχιακών οδών, δεν προβλέπουν διαδικασία «χαρακτηρισμού» οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών (και αγροτικών – οι οποίες πάντως αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία και δεν καθιστούν οικοδομήσιμα τα γήπεδα ή διαδικασία «μεταφοράς» των οδών αυτών, ούτε τέτοια διαδικασία προβλέπεται από άλλη διάταξη της κείμενης νομοθεσίας. Εν όψει τούτων είχε γίνει δεκτό ότι η ύπαρξη δημοτικής ή κοινοτικής (και αγροτικής) οδού είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται παρεμπιπτόντως από την αρμόδια για την έκδοση οικοδομικής άδειας πολεοδομική υπηρεσία, επιφυλασσομένου του δικαιώματος των ιδιοκτητών των ακινήτων, οι οποίοι θίγονται από την σχετική κρίση, να προσφύγουν στα πολιτικά δικαστήρια προς προστασία των δικαιωμάτων τους. Όμως, δεδομένου ότι α) εκ του Συντάγματος προκύπτει^ κατά τα εκτεθέντα, joito- χρέωση συνολικού σχεδιασμού του οδικού δικτύου, ο οποίος πρέπει να εξειδικεύε¬ται μέχρι το επίπεδο δήμου ή κοινότητας και β) η αναγνώριση, κατάργηση κ.λπ. δημοτικής ή κοινοτικής οδού έχει σοβαρές συνέπειες, μεταξύ άλλων, ως προς τη δόμηση των παρόδιων ακινήτων και την πολεοδομική και χωροταξική διαρρύθμιση της περιοχής, η επίλυση του ζητήματος της υπάρξεως ή μη δημοτικής ή κοινοτικής οδού δεν μπορεί να επιλύεται κατά περίπτωση, επ’ ευκαιρία συγκεκριμένης υπο- θέσεως, με κίνδυνο εκδόσεως αποσπασματικών και αντιφατικών αποφάσεων, αλλά πρέπει να τέμνεται εγκύρως με την έκδοση πολιτειακής πράξεως ανεξαρτήτως του χαρακτήρα της οδού. Διαφορετικό δε είναι το ζήτημα της τυχόν υπάρξεως ιδιωτικών δικαιωμάτων, για τα οποία αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Η εν λόγω ρύθμιση, δεδομένου ότι συνιστά άσκηση αρμοδιότητας πολεοδομικού σχεδιασμού που δεν έχει εντοπισμένο χαρακτήρα, μπορεί να ενεργείται το πρώτον α) είτε με π.δ. καθορισμού του οδικού δικτύου επιπέδου τουλάχιστον Ο,Τ.Α., κατ’ αναλογία των ισχυόντων επί αναγνωρίσεως εθνικών και επαρχιακών οδώνεν συνεχεία δε, προκειμένου περί εντετοπισμένων ρυθμίσεων, με πράξη του αρμόδιου για τον πολεοδομικό σχεδίασμά οργάνου, πλην αν πρόκειται περί προστα- τευόμενων περιοχών, οπότε απαιτείται,π.δ. κατά τα εκτεθέντα, είτε β) με την ενσωμάτωσή της σε ευρύτερο σχεδιασμό, θεσπιζόμενο με πράξη του αρμόδιου κρατικού οργάνο. Πάντως, μέχρι την κατά τα ανωτέρω ολοκλήρωση του συνολικού σχεδιασμού του οδικού δικτύου, η οποία πρέπει να λάβει χώρα εντός εύλογου χρόνου από την έκδοση της παρούσας αποφάσεως, με την οποία το πρώτον διευκρινίζονται τα σχετικά θέματα, είναι ανεκτή η κατά περίπτωση αναγνώριση δημοτικών κλπ οδών με πράξη του κατά περίπτωση αρμόδιου οργάνου πολεοδομικού σχεδιασμού, κατά τις διακρίσεις του ν. 2831/2000 και σύμφωνα με τα κριθέντα με την απόφαση 3661/2005 Ολομ. του Δικαστηρίου. Τέλος, κατά το αυτό μεταβατικό διάστημα, ειδικές αρμοδιότητες εξακολουθούν να ασκούνται κατά τα προβλεπόμενα στις οικείες διατάξεις, όπως λ.χ. η αρμοδιότητα αναγνωρίσεως δημοτικής ή κοινοτικής οδού κατ’ άρθρο 162 του ΚΒΠΝ (1 του π.δ. της 24-31.5.1985), ασκούμενη με την έκδοση, καθώς και η αρμοδιότητα του άρθρου 20 του ν.δ. της 17.7.1923, η οποία ασκείται με πράξη του αρμόδιου Υπουργού.
  • Το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε την «μεταφορά» αγροτικών οδών που διέρχονται μέσω του ακινήτου της αιτούσας, δηλαδή την κατάργηση υπαρχουσών κοινόχρηστων αγροτικών οδών, ανηκουσών στην κυριότητα του Δήμου, και, σε αντικατάσταση αυτών, την δημιουργία νέων αγροτικών οδών εις βάρος της ιδιοκτησίας της αιτούσας, οι οποίες θα τεθούν ομοίως στην κοινή χρήση. Με τα δεδομένα όμως αυτά, ο Δήμος αναρμοδίως ενέκρινε την κατάργηση και τη δημιουργία αγροτικών οδών, διότι η σχετική αρμοδιότητα ασκείται με πράξη του αρμόδιου για τον πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδίασμά οργάνου. Περαιτέρω, αναρμοδίως ο Δήμος επελήφθη του ζητήματος της δημιουργίας κοινοχρήστων χώρων αγροτικών οδών με παραχώρηση ιδιωτικών εκτάσεων της αιτούσας, διότι το ζήτημα αν η εν λόγω παραχώρηση είναι νόμιμη και αν δι’ αυτής σχηματίζονται νέοι κοινόχρηστοι χώροι με σκοπό την δημιουργία ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας ή όχι κρίνεται από το όργανο και με την διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 411 παρ. 4 του Κ.Β.Π. Ν. Επομένως, η απόφαση αοτή του Δημοτικού Συμβουλίου ορθώς ακυρώθηκε.

Πρόεδρος: Αθ. Ράντος
Εισηγητής: Θ. Αραβάνης


separator

Κοινοποίηση της υπ’ αριθ. 99/2017 γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ. αναφορικά με τη βάση επιβολής ΦΠΑ στην παροχή υπηρεσιών από τους άμισθους υποθηκοφύλακες και παροχή οδηγιών για την ομοιόμορφη εφαρμογή της

/ 0 Comments

Κοινοποίηση της υπ’ αριθ. 99/2017 γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ. αναφορικά με τη βάση επιβολής ΦΠΑ στην παροχή υπηρεσιών από τους άμισθους υποθηκοφύλακες και παροχή οδηγιών για την ομοιόμορφη εφαρμογή της

Read More


separator

Ρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου οργάνωσης και λειτουργίας των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.).

/ 0 Comments

«Ρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου οργάνωσης και λειτουργίας των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.). Ρυθμίσεις σχετικές με την οργάνωση, τη λειτουργία, τα οικονομικά και το προσωπικό των Ο.Τ.Α.. Ευρωπαϊκοί Όμιλοι Εδαφικής Συνεργασίας. Μητρώο Πολιτών και άλλες διατάξεις»

Ν. 4483/2017

Read More


separator

Ενημέρωση για 12/12/2016

/ 0 Comments

Σας ενημερώνουμε ότι την Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου το υποθηκοφυλακείο, κτηματολογικό γραφείο θα παραμείνει κλειστό λόγω της εορτής του Αγίου Σπυρίδωνα πολιούχου του οικισμού της έδρας του γραφείου.


separator

Εθιμικό Δίκαιο Κυκλαδίτικο

/ 0 Comments

Εθιμικό Δίκαιο Κυκλαδίτικο

46/2010 ΜΠΡ ΣΥΡ ( 516713)

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Οριζόντια ιδιοκτησία. Εθιμικό δίκαιο Κυκλάδων. Ορισμοί. Η δημιουργία οριζόντιων ιδιοκτησιών, είχε ως χαρακτηριστικό την ύπαρξη αυτοτελών κατ` όροφο ιδιοκτησιών χωρίς την ύπαρξη χώρων, που ανήκουν εξ αδιαιρέτου στους κυρίους των επιμέρους ορόφων. Μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ήδη συσταθείσα κατά το κυκλαδικό έθιμο αποκλειστική κυριότητα επί ορόφου οικοδομής δεν διέπεται άνευ ετέρου από το Ν. 3741/1929. Απαιτείται νόμιμη σύσταση. Η ενάγουσα είχε αποκτήσει τον ανώγειο όροφο οικοδομής. Με την κρινόμενη αγωγή που εισάγεται κατά την διαδικασία του 17 παρ. 2 ΚΠοΛΔ ζητά να αρθούν οι διαταράξεις της συγκυριότητας της τόσο στον όροφο όσο και στα κοινά μέρη της οικοδομής από την εναγομένη. Απορρίπτει αγωγή Η οικοδομή δεν διέπεται από τον ν 3741/1929 ακόμα και αν έγινε μνεία σε αυτόν στο μεταβιβαστικό προς αυτήν συμβόλαιο αφού χρειάζεται η σύμπραξη όλων των συνιδιοκτητών. Ισχύει το εθιμικό δίκαιο. Αρμόδιο το Πολυμελές Πρωτοδικείο αλλά αφού η αγωγή δεν έχει εγγραφεί η αγωγή στα βιβλία διεκδικήσεων την απορρίπτει. Η απόφαση αυτή εισήχθη στη ΝΟΜΟΣ με επιμέλεια του συνδρομητή μας κου Ιωάννου Σιώτου, δικηγόρου Σύρου.Read More


separator

Αντιμετώπιση της Αυθαίρετης Δόμησης – Περιβαλλοντικό ισοζύγιο και άλλες διατάξεις

/ 0 Comments

Αντιμετώπιση της Αυθαίρετης Δόμησης – Περιβαλλοντικό ισοζύγιο και άλλες διατάξεις (600616)
Ν 4178/2013

Read More


separator

Αναδρομική αναπροσαρμογή αντικειμενικών αξιών ακινήτων από 21.5.2015

/ 0 Comments

Αναδρομική αναπροσαρμογή αντικειμενικών αξιών ακινήτων από 21.5.2015

Σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 4446/2015 ακυρωτικής απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δυνάμει της ΠΟΛ 1009/2016 (ΦΕΚ Β 48/20.1.2016) απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών αναπροσαρμόσθηκαν αναδρομικά από 21.5.2015 οι τιμές ζώνης και οι συντελεστές εμπορικότητας για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των εντός σχεδίου πόλης ή ορίου οικισμού ακίνητων που μεταβιβάζονται με επαχθή αιτία ή αιτία θανάτου, δωρεά ή γονική παροχή, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στην απόφαση αυτή.

Εν όψει της αναδρομικής αυτής αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών και της συνεπακόλουθης μεταβολής της φορολογητέας ύλης εξεδόθη η ΠΟΛ 1019/2016 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, με την οποία καθορίζονται οι λεπτομέρειες σχετικά με την υποβολή τροποποιητικών δηλώσεων φόρου, έτσι ώστε η Διοίκηση να προβεί σε επαναπροσδιορισμό του φόρου με βάση τις νέες αξίες.

Σημειώνεται ότι η ως άνω ΠΟΛ 1019/2016 αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο σε διαδικασία επαναπροσδιορισμού φόρου και αναδρομικής επιστροφής φόρου, όπου η μεταβολή της φορολογητέας αξίας γεννά τέτοια αξίωση. Δεν εμπίπτει στο πεδίο της εν λόγω απόφασης, ούτε προβλέπεται από καμία άλλη διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης η αναδρομική επιστροφή οποιουδήποτε άλλου τέλους, δικαιώματος ή αμοιβής (λ.χ. τέλη και δικαιώματα μεταγραφής στο Υποθηκοφυλακείο/ Κτηματολογικό Γραφείο, δικαιώματα συμβολαιογράφων, δικαιώματα του Ταμείου Νομικών), τα οποία υπολογίζονται με βάση την αντικειμενική αξία του ακινήτου και έχουν ήδη καταβληθεί εν όψει της κατάρτισης και της μεταγραφής δικαιοπραξιών επί ακινήτων, καθώς τα εν λόγω ποσά δεν εμπίπτουν στην έννοια του φόρου.


separator

Εξαίρεση των Υποθηκοφυλακείων και των Κτηματολογικών γραφείων της Χώρας από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 4250/2014

/ 0 Comments

Εξαίρεση των Υποθηκοφυλακείων και των Κτηματολογικών γραφείων της Χώρας από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 4250/2014

 

 Δείτε το έγγραφο σε μορφή pdf


separator

Δυνατή σύσταση οριζόντιας ή (και) κάθετης ιδιοκτησίας μόνο με δικαιοπραξία ή δικαστική απόφαση, όχι με χρησικτησία.

/ 0 Comments

Δυνατή σύσταση οριζόντιας ή (και) κάθετης ιδιοκτησίας μόνο με δικαιοπραξία ή δικαστική απόφαση, όχι με χρησικτησία.

ΕΦΕΤΕΙΟ Τόπος: ΛΑΡΙΣΗΣ Αριθ. Απόφασης: 35 Ετος: 2014

Περίληψη Κυριότητα – Ακίνητο – Παράγωγη κτήση κυριότητας – Διεκδικητική αγωγή – Αοριστία – Οροφοκτησία – Χρησικτησία -. Για παράγωγη κτήση κυριότητας ακινήτου (με κληρονομική διαδοχή ή σύμβαση) πρέπει ο αποβιώσας ή μεταβιβάσας να ήταν κύριος. Επί αγωγής κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε παράγωγη κτήση, ανάγκη μνείας όσων περιστατικών απαιτούνται για τη μεταβίβαση της κυριότητας στον ενάγοντα, επί δε αμφισβήτησης κατά τη συζήτηση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου, υποχρέωση ενάγοντος να επικαλεσθεί και αποδείξει αυτή, κατʼ επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής. Δυνατή σύσταση οριζόντιας ή (και) κάθετης ιδιοκτησίας μόνο με δικαιοπραξία ή δικαστική απόφαση, όχι με χρησικτησία. Η επιτρεπόμενη νομή επί συστατικού μέρους πράγματος (ορόφου, διαμερίσματος) δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητάς του με χρησικτησία, άρα ούτε σε σύσταση οροφοκτησίας.

Κείμενο Απόφασης 35/2014

Με την από 3-1-2012 κλήση του εκκαλούντος-εφεσιβλήτου Σ. Π. νόμιμα φέρονται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό κατά το άρθρο 581 ΚΠολΔ οι από 7-10-2007 και 7-12-2007 εφέσεις των διαδίκων κατά της 263/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία επί της από 28-8-2001 αγωγής του ενάγοντος Σ. Π., μετά την έκδοση της 1272/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η 480/2009 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1710§1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως με κληρονομική μεν διαδοχή από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση της κυριότητας με τους τρόπους αυτούς, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσαντας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Έτσι, στη διεκδικητική και αναγνωριστική ή αρνητική κυριότητας αγωγή ακινήτου, με την οποία ο ενάγων ζητεί την προστασία της κυριότητάς του επί ακινήτου, στηρίζεται σε κτήση της κυριότητας με παράγωγο τρόπο (σύμβαση, κληρονομική διαδοχή) πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος της κυριότητας του επιδίκου στον ενάγοντα. Όταν όμως ο εναγόμενος με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, ο τελευταίος πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση, αν δε στηρίζεται σε χρησικτησία, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής τα αναγκαία για την κτήση της κυριότητας με τον τρόπο αυτόν περιστατικά (Παπαδοπούλου Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου σελ. 363 επ., ΑΠ 999/2009 ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954, 993, 1002, 1117 ΑΚ, 1, 14 του ν. 3741/1929, 1, 2 του ν.δ. 1024/1971, 1, 6 του ν. 1562/1985 και 480 Αʼ του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η έννομη σχέση της οριζόντιας ή (και) κάθετης ιδιοκτησίας μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία (μονομερή εν ζωή δικαιοπραξία του κυρίου του ακινήτου, σύμβαση του κυρίου με τρίτο ή τρίτους, σύμβαση των συγκυρίων είτε μεταξύ τους είτε με τρίτο ή τρίτους, δωρεά αιτία θανάτου ή διαθήκη του κυρίου) ή με δικαστική απόφαση (σε δίκη διανομής κοινού ακινήτου ή μετά από αίτηση συγκυρίου ή συγκυρίων ακινήτου κατά ποσοστό τουλάχιστον 65%). Σύσταση της εν λόγω έννομης σχέσεως με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) δεν είναι δυνατή. Και τούτο, διότι, πέραν του προβλεπόμενου ως άνω περιορισμένου κύκλου των τρόπων συστάσεως της, η επιτρεπόμενη κατʼ άρθρο 993 ΑΚ νομή επί συστατικού μέρους πράγματος (ορόφου, διαμερίσματος κ.α.) δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας του με χρησικτησία, άρα ούτε στη σύσταση οροφοκτησίας (ΑΠ 642/2012 ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση στην υπό κρίση αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ο ενάγων εκθέτει ότι δυνάμει της …/3-10-1995 πράξης αποδοχής κληρονομίας της Συμβ/φου Ε.Κ.-Κ.. που έχει μεταγραφεί νόμιμα περιήλθε σε αυτόν κατά ποσοστό ¼ εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του κατά την 15-12-1959 αποβιώσαντος πατέρα του Χ. Π., ο οποίος δεν κατέλιπε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από αυτόν (ενάγοντα) τη μητέρα του Μ. Π. και τα αδέλφια του Τ. Π. και Β. Π., οι οποίοι και αποδέχθηκαν την εν λόγω κληρονομία με την ίδια ως άνω πράξη αποδοχής, το περιγραφόμενο λεπτομερώς στην αγωγή ακίνητο εμβαδού 1.909,37 τμ. που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης Α. Β. και εμφαίνεται με τα στοιχεία 23.24.17.16.15.14.13.12.11.10.9.5.4.22.21.23 στο από του μηνός Αυγούστου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Κ.Μ.. Στις 24.6.1996 απεβίωσε στην Α. η ως άνω Μ.Χ.Π., η οποία δεν κατέλιπε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της και δη τον ενάγοντα και τους προαναφερθέντες Τ.Χ. Π. και Β. συζ. Θ.Π., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία της, στην οποία περιλαμβάνεται και ποσοστό 1/4 ή 3/12 εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ακινήτου, κατά ποσοστό 1/3 ή 1/12 εξ αδιαιρέτου καθένας απ’ αυτούς, οι οποίοι και την αποδέχθηκαν δυνάμει της …/26.4.2000 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Ε. Κ.-Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Α.. Δυνάμει της …/26.4.2000 πράξης σύστασης διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Ε.Κ.Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Α., το ως άνω κληρονομιαίο ακίνητο υπήχθη από τους συγκυρίους του (ενάγοντος και τα αδέλφια του Τ. Χ. Π. και Β. συζ. Θ. Π.), στις διατάξεις του Ν.Δ. 1024/1971 «περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου» και στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 «περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους» και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, και συστήθηκαν δύο αυτοτελείς και ανεξάρτητες διηρημένες και διακεκριμένες ιδιοκτησίες, μία εκ των οποίων αποτελεί και η ευρισκόμενη στην νότια πλευρά του ως άνω ενιαίου οικοπέδου, η οποία, εμφαινόμενη στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Κ. Μ. με τα στοιχεία 43.17.16.15.14. 13.12.11.10.9.5. 422.21.47.52.44.43, έχει εμβαδόν 1.071,10 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας σ’ αυτό (ενιαίο οικόπεδο) 560,97/1000, περιλαμβάνει δε μία ισόγεια οικία, εμβαδού 114,09 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά, σε πλευρά μήκους 33,77 μ, με ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου, σε άλλη πλευρά μήκους 20,72 μ, με ιδιοκτησία της Α. Γ. και σε άλλη πλευρά, μήκους 1,00 μ. με ιδιοκτησία του Δ. Γ., δυτικά, σε πλευρά τεθλασμένη μήκους 19,96 μ. + 4,13 μ., με ιδιοκτησία του δεύτερου εναγομένου, σε άλλη πλευρά, μήκους 22,12 μ., με ιδιοκτησία του Α. Γ. και σε άλλη πλευρά, μήκους 6,95 μ. με την δημοτική οδό Α. Σ., βόρεια, σε πλευρά τεθλασμένη, μήκους 24,35 μ. + 9,64 μ. + 22,33 μ. με το δεύτερο (υπόλοιπο) τμήμα του ως άνω ενιαίου οικοπέδου και σε πλευρά, μήκους 1,36 μ. με ιδιοκτησία του Δ. Γ. και νότια σε πλευρά, μήκους 4,19 μ. με την δημοτική οδό Μ., σε άλλη πλευρά, μήκους 10,69 μ. με ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου, σε άλλη τεθλασμένη πλευρά, μήκους 7,57 μ. + 9,74 μ, με ιδιοκτησία του δευτέρου εναγομένου, σε άλλη πλευρά, μήκους 7,31 μ., με ιδιοκτησία του Σ. Χ. και σε άλλη πλευρά, μήκους 28,25 μ. με ιδιοκτησία Α.Γ., , ενώ δυνάμει των …/26-4-2000 και …/26-4-2000 πωλητηρίου και δωρητηρίου εν ζωή αντίστοιχα, συμβολαίων της συμβολαιογράφου Ε.Κ.-Κ., που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Α., οι προαναφερόμενοι αδελφοί του ενάγοντος Τ. Π. και Β. Π.η μεταβίβασαν σε αυτόν λόγω πώλησης και λόγω δωρεάς αντίστοιχα, τα ιδανικά τους μερίδια επί του ως άνω τμήματος του προπεριγραφομένου ενιαίου ακινήτου το οποίο (τμήμα) περιήλθε έτσι εξολοκλήρου στον ενάγοντα ο οποίος και κατέστη κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο. Περαιτέρω ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή ότι επί της ως άνω αυτοτελούς και διακεκριμένης ιδιοκτησίας ασκεί από το έτος 1959 μέχρι την αγωγή (2001) συνεχώς πράξεις νομής ανεγείροντας και κατοικώντας την εντός αυτής οικία, χρησιμοποιώντας τους αποθηκευτικούς χώρους, περιποιούμενος την αυλή, τα δέντρα και φυτά κ.λ.π Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής αμφισβήτησαν την κυριότητα του ως άνω δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ισχυριζόμενοι ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα των ιδιοκτησιών τους και δη κατά το ήμισυ ανατολικό τμήμα του ακινήτου του πρώτου από αυτούς στο οποίο υφίσταται δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου του δευτέρου και κατά το ήμισυ δυτικό τμήμα του ακινήτου του δευτέρου από αυτούς, στο οποίο υφίσταται δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου του πρώτου, γενόμενοι κύριοι αυτών με έκτακτη χρησικτησία, αφού από τότε που αγόρασαν τις ως άνω ιδιοκτησίες τους (1975 και 1980 αντίστοιχα) αλλά και πριν από αυτούς οι δικαιοπάροχοί τους(από το 1935 και 1920 αντίστοιχα) ασκούσαν συνεχώς πράξεις νομής, άλλως (ισχυρίζονται) ότι από την πλέον των είκοσι ετών διέλευσή τους από το επίδικο με διάνοια δικαιούχου απέκτησαν δικαίωμα δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία. Ο ενάγων επικαλούμενος κατά τα εκτεθέντα παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας στο επίδικο, παρότι αμφισβητήθηκε κατά τα άνω από τους εναγομένους η κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, πατέρα του και των λοιπών συγκληρονόμων του σε αυτό, δεν συμπλήρωσε με τις προτάσεις του την έλλειψη αυτή που υπάρχει στην αγωγή του, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθιστώντας έτσι αόριστη την αγωγή του κατά τη σχετική της βάση. Αλλά και ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί κτήσης κυριότητας στο επίδικο με πρωτότυπο τρόπο είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κι αυτό διότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή το επίδικο αποτελεί τμήμα διηρημένης ιδιοκτησίας κατά την έννοια των διατάξεων του ν.δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, που συνεστήθη μεταξύ του ενάγοντος και των συγκληρονόμων του αδελφών του την 26-4-2000 με το …/26-4-2000 συμβόλαιο της Συμβ/φου Ε.Κ.-Κ. που έχει μεταγραφεί νόμιμα και επομένως κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας η νομή επʼ αυτού κατά τον προγενέστερο της νομικής σύστασης της διηρημένης ιδιοκτησίας χρόνο δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε νόμιμη την αγωγή, εσφαλμένα ερμήνευσε το Νόμο. Πρέπει λοιπόν κατά παραδοχή των εφέσεων ως τυπικά και ουσιαστικά βασίμων, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη. Τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των κανόνων που εφαρμόσθηκαν (ΚΠολΔ 179).

Πρόεδρος: Νικ. Παπαδούλης


separator

Σύσταση της εν λόγω έννομης σχέσεως με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) δεν είναι δυνατή… – Αριθμός 642/2012

/ 0 Comments

Σύσταση της εν λόγω έννομης σχέσεως με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) δεν είναι δυνατή. Και τούτο, διότι, πέραν του προβλεπόμενου ως άνω περιορισμένου κύκλου των τρόπων συστάσεως της, η επιτρεπόμενη κατ’ άρθρο 993 ΑΚ νομή επί συστατικού μέρους πράγματος (ορόφου, διαμερίσματος κ. ά.) δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας του με χρησικτησία, άρα ούτε στη σύσταση οροφοκτησίας.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Π., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φραγκούλη.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Σ. του Π., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κακαρούνα που ανακάλεσε την από 4-10-2011 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-9-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6469/2005 μη οριστική, 4351/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1682/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-4-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 27-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 599 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εφόσον για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954, 993, 1002, 1117 ΑΚ, 1, 14 του ν. 3741/1929, 1, 2 του ν. δ. 1024/1971, 1, 6 του ν. 1562/1985 και 480 Α’ του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η έννομη σχέση της οριζόντιας ή (και) κάθετης ιδιοκτησίας μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία (μονομερή εν ζωή δικαιοπραξία του κυρίου του ακινήτου, σύμβαση του κυρίου με τρίτο ή τρίτους, σύμβαση των συγκυρίων είτε μεταξύ τους είτε με τρίτο ή τρίτους, δωρεά αιτία θανάτου ή διαθήκη του κυρίου) ή με δικαστική απόφαση (σε δίκη διανομής κοινού ακινήτου ή μετά από αίτηση συγκυρίου ή συγκυρίων ακινήτου κατά ποσοστό τουλάχιστον 65%). Σύσταση της εν λόγω έννομης σχέσεως με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) δεν είναι δυνατή. Και τούτο, διότι, πέραν του προβλεπόμενου ως άνω περιορισμένου κύκλου των τρόπων συστάσεως της, η επιτρεπόμενη κατ’ άρθρο 993 ΑΚ νομή επί συστατικού μέρους πράγματος(ορόφου, διαμερίσματος κ. ά. )δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας του με χρησικτησία, άρα ούτε στη σύσταση οροφοκτησίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι, κατά παραβίαση των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την, περί συστάσεως με χρησικτησία κάθετος ιδιοκτησίας στο κοινό των διαδίκων ακίνητο, ένσταση του αναιρεσείοντος (εναγομένου) κατά της ειδικώς από 4-9-2004 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, με την οποία εζητείτο η κοινωνία των διαδίκων στο επίδικο ακίνητο να λυθεί με διανομή και ειδικότερα να διαταχθεί η πώληση του με πλειστηριασμό και να διατεθεί το εκπλειστηρίασμα μεταξύ των διαδίκων, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, “η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται, εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κανονισμός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος”. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή και των δικαιοπαρόχων του ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου τις ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 17/1995, Ολ.ΑΠ 7/2002). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως “πράγματα”, κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Συνεπώς, δεν είναι πράγματα, με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1 984), Περαιτέρω, επί ενστάσεως, καταχρήσεως δικαιώματος, κάθε ένα, από τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης, αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, η δε παράλειψη της έρευνας των περιστατικών αυτών θεμελιώνει τον λόγο αυτόν αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 β’ ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα περιστατικά της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, που πρόβαλε πρωτοδίκως ο αναιρεσείων και επανέφερε στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο έφεσης του προς απόκρουση της ένδικης αγωγής και τα οποία είναι τα εξής: “Ο ενάγων από του έτους 1953 μέχρι πού ήγειρε το έτος 1988 δια πρώτη φοράν αγωγήν διαμονής (ήτις και είχε απορριφθεί), δηλαδή επί 33 και πλέον έτη, ουδέποτε και με οποιοδήποτε τρόπο προέβαλλε αξίωση για διανομή του ακινήτου, αντίθετα δε, είχε συμπράξει, συμμετέχων σε σχετική κλήρωση (κατά τα ανωτέρω εις τον πρώτο λόγο της παρούσης αναφερόμενα), στην εξώδικη διανομή του ακινήτου και είχε αποδεχθεί την αποκλειστική κυριότητα των θηλέων αδελφών μας επί των διαμερισμάτων τους και των ανηκόντων εις αυτάς τμημάτων οικοπέδων, ως και, την ιδική μου αποκλειστική κυριότητα επί του περιελθόντος εις εμέ δια της μεταξύ μας κληρώσεως καταστήματος και κυρίως έχων και μη αποποιούμενος την αποκλειστική του κυριότητα επί των περιελθουσών εις αυτόν εκ της μεταξύ μας κληρώσεως ιδιοκτησιών. Έκτοτε δε, εξεμεταλλεύετο αποκλειστικώς: τα εις αυτόν δια κληρώσεως περιελθόντα τμήματα του οικοπέδου μετά τον επ αυτών κτισμάτων και απεκέρδαινε από την δημιουργηθείσα κατάσταση διά της αποκλειστικής χρήσεως των δημιουργηθεισών χωριστών ιδιοκτησιών, δημιουργήσας ούτω την πεποίθηση εις εμέ, αλλά και εις τας ως άνω αδελφάς μας, ότι δεν θα προέβαλλε αξίωσιν περί διανομής. Έτσι, με βάση τα παραπάνω περιστατικά, η μετά από τόσα έτη (από του έτους 1953), άσκηση του ενδεχομένου δικαιώματος του αντιδίκου) μου προς διανομή του “επικοίνου, αντίκειται στην καλή πίστη και τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη καθώς και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος”. Με βάση τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά περιστατικά ο αναιρεσείων ζήτησε την απόρριψη της ένδικης αγωγής ως καταχρηστικής, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ. ‘Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε, ότι μόνη της η αδράνεια του δικαιούχου, προς άσκηση του εν λόγω δικαιώματος του, από το έτος 1953 έως την κατά το έτος 1988 άσκηση προηγούμενης αγωγής του προς διανομή του ίδιου ακινήτου, μη συνεπικουρούμενη και από άλλα περιστατικά, δεν συνιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε, την πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντος, ως μη νόμιμη, με την κρίση ότι μόνη η επικαλούμενη αδράνεια του ενάγοντος στην άσκηση του δικαιώματος του, χωρίς την επίκληση και άλλων ειδικών συνθηκών και περιστατικών προς λύση της κοινωνίας, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος αυτού, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Κρίνοντας, όπως παραπάνω το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε κρίνοντας σιωπηρά, ότι, με τη συνδρομή των λοιπών επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Συνεπώς, το Εφετείο, που απέρριψε εκ του πράγματος τα ανωτέρω επί πλέον περιστατικά, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 β του ΚΠολΔ και γι’ αυτό ο εξεταζόμενος λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν Πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, απορρέοντα τρίτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως για το ανέφικτο και ασύμφορο της αυτούσιας διανομής του κοινού ακινήτου, αγνόησε τις νομίμως με επίκληση προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα τρεις (3) τεχνικές εκθέσεις των μηχανικών Δ. Χ., Ά. Μ. Χ. και Χ. Σ., αντιστοίχως, κατά τις οποίες, σε αντίθεση με την έκθεση της διαταχθείσας από το Πρωτοδικείο πραγματογνωμοσύνης, ήταν εφικτή και συμφέρουσα η αυτούσια διανομή του επιδίκου. Όμως, από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι, για τον σχηματισμό της ανωτέρω δικαστικής κρίσεως, ελήφθησαν υπόψη και “όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα”, καθώς και από ολόκληρο το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και οι ανωτέρω τεχνικές εκθέσεις, δεν υπήρχε δε προς τούτο ανάγκη να γίνει από το Εφετείο ρητή μνεία και ειδική αξιολόγηση αυτών (εκθέσεων). Επομένως, ο προκείμενος λόγος είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-4-2010 αίτηση του Χ. Σ. του Π., για αναίρεση της 1682/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


separator


separator