phone icon+30 22870 23110
divider

Archive


To ΣτΕ ακυρώνει την εκτός σχεδίου δόμηση, σε παρόδιες ιδιοκτησίες

/ 0 Comments

Το Συμβούλιο της Επικρατείας με απόφαση του ακυρώνει τις διοικητικές πράξεις αναγνώρισης δημοτικών, αγροτικών και κοινοτικών οδών στις εκτός σχεδίου περιοχές όλης της χώρας. Ανοίγει πελώριο  θέμα νομιμότητας για χιλιάδες παρόδιες  ιδιοκτησίες, που έχουν ανεγερθεί με νόμιμη οικοδομική άδεια και παράλληλα «παγώνει» η οικοδομή και η κτηματαγορά στις εκτός σχεδίου περιοχέςRead More


separator

Νομολογία – πολιτικά

/ 0 Comments
(ΜΑΡΤΙΟΣ – ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2010) Αριθμός απόφασης: ΑΠ 17/2009Τμήμα: Τακτική Ολομέλεια Πρόεδρος: Β. Νικόπουλος Εισηγητής: Γ. Γεωργέλλης
Προσωρινή διαταγή κατά τις διατάξεις των άρθρων 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ. Νομική φύση και δεσμευτικότητα της προσωρινής διαταγής. Απαγόρευση διάθεσης του πράγματος (μεταβολής της νομικής του κατάστασης). Τι περιλαμβάνει η «διάθεση» του πράγματος. Μεταγενέστερη της προσωρινής διαταγής διάθεση (εκποίηση) του πράγματος πλήττεται με ακυρότητα. Σημείωση της προσωρινής διαταγής στα αντίστοιχα βιβλία κατασχέσεων ως προϋπόθεση ισχύος της έναντι τρίτων.
Νομικές διατάξεις: 175 εδ. α΄, 176 ΑΚ, 691 παρ. 2, 700 παρ. 3, 305, 315 παρ. 1, 715 παρ. 1, 727 ΚΠολΔ και 93 παρ. 3 Συντ

Read More


separator

Επιτρέπεται δεύτερη κατάσχεση στο ίδιο ακίνητο από άλλο δανειστή του οφειλέτη. Ο Υποθηκοφύλακας δεν έχει δικαίωμα να ελέγχει το κύρος των πράξεων προς εγγραφή.

/ 0 Comments

ΜΠρΑθ 1480/2017: Επιτρέπεται δεύτερη κατάσχεση στο ίδιο ακίνητο από άλλο δανειστή του οφειλέτη. Ο Υποθηκοφύλακας δεν έχει δικαίωμα να ελέγχει το κύρος των πράξεων προς εγγραφή.

“Οι διατάξεις του άρθρου 1 άρθρο ένατο παρ. 3 και 4 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23-7-2015) προβλέπουν ότι οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1-1-2016, ενώ, κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 997 παρ. 5 του ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 του ν. 4335/2015, ορίζει ότι: «Μετά την εγγραφή της αναγκαστικής κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων επιτρέπεται να επιβληθεί και άλλη αναγκαστική κατάσχεση επάνω στο ίδιο ακίνητο από άλλο δανειστή του οφειλέτη. Οι διαφορετικές διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης διενεργούνται ξεχωριστά, χωρίς να επηρεάζει η μια την άλλη. Δεν επιτρέπεται η αναζήτηση των εξόδων της εκτέλεσης που προκατέβαλε εκείνος ο δανειστής, η εκτέλεση του οποίου δεν περατώθηκε».Read More


separator

ΣΤΕ 665/2018 – Παράνομη λόγω αναρμοδιότητας η απόφαση δημοτικού συμβουλίου για μεταφορά αγροτικών οδών

/ 0 Comments

ΣΤΕ 665/2018 – Παράνομη λόγω αναρμοδιότητας η απόφαση δημοτικού συμβουλίου για μεταφορά αγροτικών οδών.

Περίληψη

  • Το οδικό δίκτυο υπόκειται σε συνολικό σχεδίασμά και διαχείριση τόσο σε επίπεδο εθνικών ή επαρχιακών οδών, όσο και σε επίπεδο μονάδας τοπικής αυτοδιοικήσεως, προκειμένου για δημοτικές ή κοινοτικές οδούς. Στη διαχείριση περιλαμβάνεται και ο εκσυγχρονισμός του οδικού δικτύου, δηλαδή, και η τροποποίησή του με τη διάνοιξη νέας ή την κατάργηση υπάρχουσας οδού, προκειμένου τούτο να προσαρμοσθεί προς νέες ανάγκες και απαιτήσεις. Σε κάθε περίπτωση, τα κριτήρια σχεδιασμού και διαχειρίσεως του οδικού δικτύου πρέπει να είναι σαφή, εξειδικευμένα και να συνδέονται προς τα υπόλοιπα στοιχεία του χώροταξικού σχεδίου. Εξ άλλου, το οδικό δίκτυο ενός ΟΤΑ δεν αποτελεί τοπική του υπόθεση, εφ’ όσον συνάπτεται τόσο με το υπόλοιπο δίκτυο της χώρας, όσο και με την προστασία των γεωσυστημάτων του φυσικού χώρου, τα οποία αποτελούν στοιχείο της εθνικής φυσικής κληρονομιάς. Για την πραγματοποίηση έργων οδοποιίας που αφορούν, μεταξύ άλλων, δημοτικές και κοινοτικές οδούς εκτός σχεδίων πόλεων ή ορίων οικισμών, καθώς και αγροτικές οδούς απαιτείται, κατ’αρχήν, να τηρηθεί προηγουμένως η διαδικασία της υποβολής περιβαλλοντικής έκθεσης ή προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης (Π.Π.Ε.Α.) και της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Αποκλείονται οι αποσπασματικές και απρογραμμάτιστες πράξεις διαχειρίσεως του οδικού δικτύου, όπως η διάνοιξη, διαπλάτυνση και κατάργηση οδών βάσει εντετοπισμένων εκτιμήσεων με γνώμονα την εξυπηρέτηση τοπικής ανάγκης, χωρίς υπολογισμό των ευρύτερων επιπτώσεων που αυτές ενδέχεται να έχουν.
  • Κατά την έννοια των περιοριστικών της δομήσεως διατάξεων του π.δ. της 24.5.1985, οι οποίες αποβλέπουν, πρωτίστως, στη διαφύλαξη του ιδιαίτερου χαρακτήρα των εκτός σχεδίου περιοχών, η κατ’εξαίρεση επιτρεπόμενη στις περιοχές αυτές δόμηση τελεί υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται πάντως, ο βασικός κανόνας της πολεοδομικής νομοθε­σίας, κατά τον οποίο δομήσιμα είναι τα γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο νομίμως υφιστάμενο, μη προκύψαντα από ιδιωτική βούληση, διότι άλλως θα καθίστατο δυνατή η δόμηση σε εκτός σχεδίου περιοχές υπό όρους ευνοϊκότερους, από την ανωτέρω άποψη, ακόμη και εκείνων που ισχύουν στις εντός σχεδίου περιοχές.
  • Με τις διατάξεις του άρθρου 411 του Κ.Β.Π.Ν. (άρθ. 20 του ν.δ. της 17.7-16.8.1923), οι οποίες αποσκοπούν στην εξασφάλιση του αναγκαίου κρατικού ελέγχου επί του πολεοδομικού σχεδιασμού και της δομήσεως εν γένει, και, ειδικότερα, στην παρε- μπόδιση της δημιουργίας ιδιωτικών σχεδίων ρυμοτομίας, απαγορεύθηκε, κατ’ αρχήν, από τη θέση τους σε ισχύ και εφεξής, η καθ’ οιονδήποτε τρόπο δημιουργία οδών ή άλλων κοινοχρήστων χώρων με ιδιωτική βούληση. Εν όψει δε της διατυπώσεως και του σκοπού τους, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται επί περιοχών ευρισκομένων είτε εντός είτε εκτός σχεδίου. Επιτρέπεται πάντως, κατά παρέκκλιση από την προαναφερθείσα απαγόρευση, η αναγνώριση από τη Διοίκηση κοινοχρήστων χώρων, κειμένων εκτός σχεδίου πόλεως, ως σχηματισθέντων από ιδιώτες προ της θέσεως σε ισχύ των εν λόγω απαγορευτικών διατάξεων.
  • Ενώ οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 3155/1955 και του π.δ. της 24-31.5.1985 θεσπίζουν ειδική διαδικασία για την κήρυξη και τον καθορισμό των εθνικών και επαρχιακών οδών, δεν προβλέπουν διαδικασία «χαρακτηρισμού» οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών (και αγροτικών – οι οποίες πάντως αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία και δεν καθιστούν οικοδομήσιμα τα γήπεδα ή διαδικασία «μεταφοράς» των οδών αυτών, ούτε τέτοια διαδικασία προβλέπεται από άλλη διάταξη της κείμενης νομοθεσίας. Εν όψει τούτων είχε γίνει δεκτό ότι η ύπαρξη δημοτικής ή κοινοτικής (και αγροτικής) οδού είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται παρεμπιπτόντως από την αρμόδια για την έκδοση οικοδομικής άδειας πολεοδομική υπηρεσία, επιφυλασσομένου του δικαιώματος των ιδιοκτητών των ακινήτων, οι οποίοι θίγονται από την σχετική κρίση, να προσφύγουν στα πολιτικά δικαστήρια προς προστασία των δικαιωμάτων τους. Όμως, δεδομένου ότι α) εκ του Συντάγματος προκύπτει^ κατά τα εκτεθέντα, joito- χρέωση συνολικού σχεδιασμού του οδικού δικτύου, ο οποίος πρέπει να εξειδικεύε¬ται μέχρι το επίπεδο δήμου ή κοινότητας και β) η αναγνώριση, κατάργηση κ.λπ. δημοτικής ή κοινοτικής οδού έχει σοβαρές συνέπειες, μεταξύ άλλων, ως προς τη δόμηση των παρόδιων ακινήτων και την πολεοδομική και χωροταξική διαρρύθμιση της περιοχής, η επίλυση του ζητήματος της υπάρξεως ή μη δημοτικής ή κοινοτικής οδού δεν μπορεί να επιλύεται κατά περίπτωση, επ’ ευκαιρία συγκεκριμένης υπο- θέσεως, με κίνδυνο εκδόσεως αποσπασματικών και αντιφατικών αποφάσεων, αλλά πρέπει να τέμνεται εγκύρως με την έκδοση πολιτειακής πράξεως ανεξαρτήτως του χαρακτήρα της οδού. Διαφορετικό δε είναι το ζήτημα της τυχόν υπάρξεως ιδιωτικών δικαιωμάτων, για τα οποία αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Η εν λόγω ρύθμιση, δεδομένου ότι συνιστά άσκηση αρμοδιότητας πολεοδομικού σχεδιασμού που δεν έχει εντοπισμένο χαρακτήρα, μπορεί να ενεργείται το πρώτον α) είτε με π.δ. καθορισμού του οδικού δικτύου επιπέδου τουλάχιστον Ο,Τ.Α., κατ’ αναλογία των ισχυόντων επί αναγνωρίσεως εθνικών και επαρχιακών οδώνεν συνεχεία δε, προκειμένου περί εντετοπισμένων ρυθμίσεων, με πράξη του αρμόδιου για τον πολεοδομικό σχεδίασμά οργάνου, πλην αν πρόκειται περί προστα- τευόμενων περιοχών, οπότε απαιτείται,π.δ. κατά τα εκτεθέντα, είτε β) με την ενσωμάτωσή της σε ευρύτερο σχεδιασμό, θεσπιζόμενο με πράξη του αρμόδιου κρατικού οργάνο. Πάντως, μέχρι την κατά τα ανωτέρω ολοκλήρωση του συνολικού σχεδιασμού του οδικού δικτύου, η οποία πρέπει να λάβει χώρα εντός εύλογου χρόνου από την έκδοση της παρούσας αποφάσεως, με την οποία το πρώτον διευκρινίζονται τα σχετικά θέματα, είναι ανεκτή η κατά περίπτωση αναγνώριση δημοτικών κλπ οδών με πράξη του κατά περίπτωση αρμόδιου οργάνου πολεοδομικού σχεδιασμού, κατά τις διακρίσεις του ν. 2831/2000 και σύμφωνα με τα κριθέντα με την απόφαση 3661/2005 Ολομ. του Δικαστηρίου. Τέλος, κατά το αυτό μεταβατικό διάστημα, ειδικές αρμοδιότητες εξακολουθούν να ασκούνται κατά τα προβλεπόμενα στις οικείες διατάξεις, όπως λ.χ. η αρμοδιότητα αναγνωρίσεως δημοτικής ή κοινοτικής οδού κατ’ άρθρο 162 του ΚΒΠΝ (1 του π.δ. της 24-31.5.1985), ασκούμενη με την έκδοση, καθώς και η αρμοδιότητα του άρθρου 20 του ν.δ. της 17.7.1923, η οποία ασκείται με πράξη του αρμόδιου Υπουργού.
  • Το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε την «μεταφορά» αγροτικών οδών που διέρχονται μέσω του ακινήτου της αιτούσας, δηλαδή την κατάργηση υπαρχουσών κοινόχρηστων αγροτικών οδών, ανηκουσών στην κυριότητα του Δήμου, και, σε αντικατάσταση αυτών, την δημιουργία νέων αγροτικών οδών εις βάρος της ιδιοκτησίας της αιτούσας, οι οποίες θα τεθούν ομοίως στην κοινή χρήση. Με τα δεδομένα όμως αυτά, ο Δήμος αναρμοδίως ενέκρινε την κατάργηση και τη δημιουργία αγροτικών οδών, διότι η σχετική αρμοδιότητα ασκείται με πράξη του αρμόδιου για τον πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδίασμά οργάνου. Περαιτέρω, αναρμοδίως ο Δήμος επελήφθη του ζητήματος της δημιουργίας κοινοχρήστων χώρων αγροτικών οδών με παραχώρηση ιδιωτικών εκτάσεων της αιτούσας, διότι το ζήτημα αν η εν λόγω παραχώρηση είναι νόμιμη και αν δι’ αυτής σχηματίζονται νέοι κοινόχρηστοι χώροι με σκοπό την δημιουργία ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας ή όχι κρίνεται από το όργανο και με την διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 411 παρ. 4 του Κ.Β.Π. Ν. Επομένως, η απόφαση αοτή του Δημοτικού Συμβουλίου ορθώς ακυρώθηκε.

Πρόεδρος: Αθ. Ράντος
Εισηγητής: Θ. Αραβάνης


separator

Εθιμικό Δίκαιο Κυκλαδίτικο

/ 0 Comments

Εθιμικό Δίκαιο Κυκλαδίτικο

46/2010 ΜΠΡ ΣΥΡ ( 516713)

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Οριζόντια ιδιοκτησία. Εθιμικό δίκαιο Κυκλάδων. Ορισμοί. Η δημιουργία οριζόντιων ιδιοκτησιών, είχε ως χαρακτηριστικό την ύπαρξη αυτοτελών κατ` όροφο ιδιοκτησιών χωρίς την ύπαρξη χώρων, που ανήκουν εξ αδιαιρέτου στους κυρίους των επιμέρους ορόφων. Μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ήδη συσταθείσα κατά το κυκλαδικό έθιμο αποκλειστική κυριότητα επί ορόφου οικοδομής δεν διέπεται άνευ ετέρου από το Ν. 3741/1929. Απαιτείται νόμιμη σύσταση. Η ενάγουσα είχε αποκτήσει τον ανώγειο όροφο οικοδομής. Με την κρινόμενη αγωγή που εισάγεται κατά την διαδικασία του 17 παρ. 2 ΚΠοΛΔ ζητά να αρθούν οι διαταράξεις της συγκυριότητας της τόσο στον όροφο όσο και στα κοινά μέρη της οικοδομής από την εναγομένη. Απορρίπτει αγωγή Η οικοδομή δεν διέπεται από τον ν 3741/1929 ακόμα και αν έγινε μνεία σε αυτόν στο μεταβιβαστικό προς αυτήν συμβόλαιο αφού χρειάζεται η σύμπραξη όλων των συνιδιοκτητών. Ισχύει το εθιμικό δίκαιο. Αρμόδιο το Πολυμελές Πρωτοδικείο αλλά αφού η αγωγή δεν έχει εγγραφεί η αγωγή στα βιβλία διεκδικήσεων την απορρίπτει. Η απόφαση αυτή εισήχθη στη ΝΟΜΟΣ με επιμέλεια του συνδρομητή μας κου Ιωάννου Σιώτου, δικηγόρου Σύρου.Read More


separator

Δυνατή σύσταση οριζόντιας ή (και) κάθετης ιδιοκτησίας μόνο με δικαιοπραξία ή δικαστική απόφαση, όχι με χρησικτησία.

/ 0 Comments

Δυνατή σύσταση οριζόντιας ή (και) κάθετης ιδιοκτησίας μόνο με δικαιοπραξία ή δικαστική απόφαση, όχι με χρησικτησία.

ΕΦΕΤΕΙΟ Τόπος: ΛΑΡΙΣΗΣ Αριθ. Απόφασης: 35 Ετος: 2014

Περίληψη Κυριότητα – Ακίνητο – Παράγωγη κτήση κυριότητας – Διεκδικητική αγωγή – Αοριστία – Οροφοκτησία – Χρησικτησία -. Για παράγωγη κτήση κυριότητας ακινήτου (με κληρονομική διαδοχή ή σύμβαση) πρέπει ο αποβιώσας ή μεταβιβάσας να ήταν κύριος. Επί αγωγής κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε παράγωγη κτήση, ανάγκη μνείας όσων περιστατικών απαιτούνται για τη μεταβίβαση της κυριότητας στον ενάγοντα, επί δε αμφισβήτησης κατά τη συζήτηση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου, υποχρέωση ενάγοντος να επικαλεσθεί και αποδείξει αυτή, κατʼ επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής. Δυνατή σύσταση οριζόντιας ή (και) κάθετης ιδιοκτησίας μόνο με δικαιοπραξία ή δικαστική απόφαση, όχι με χρησικτησία. Η επιτρεπόμενη νομή επί συστατικού μέρους πράγματος (ορόφου, διαμερίσματος) δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητάς του με χρησικτησία, άρα ούτε σε σύσταση οροφοκτησίας.

Κείμενο Απόφασης 35/2014

Με την από 3-1-2012 κλήση του εκκαλούντος-εφεσιβλήτου Σ. Π. νόμιμα φέρονται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό κατά το άρθρο 581 ΚΠολΔ οι από 7-10-2007 και 7-12-2007 εφέσεις των διαδίκων κατά της 263/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία επί της από 28-8-2001 αγωγής του ενάγοντος Σ. Π., μετά την έκδοση της 1272/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η 480/2009 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1710§1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως με κληρονομική μεν διαδοχή από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση της κυριότητας με τους τρόπους αυτούς, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσαντας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Έτσι, στη διεκδικητική και αναγνωριστική ή αρνητική κυριότητας αγωγή ακινήτου, με την οποία ο ενάγων ζητεί την προστασία της κυριότητάς του επί ακινήτου, στηρίζεται σε κτήση της κυριότητας με παράγωγο τρόπο (σύμβαση, κληρονομική διαδοχή) πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος της κυριότητας του επιδίκου στον ενάγοντα. Όταν όμως ο εναγόμενος με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, ο τελευταίος πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση, αν δε στηρίζεται σε χρησικτησία, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής τα αναγκαία για την κτήση της κυριότητας με τον τρόπο αυτόν περιστατικά (Παπαδοπούλου Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου σελ. 363 επ., ΑΠ 999/2009 ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954, 993, 1002, 1117 ΑΚ, 1, 14 του ν. 3741/1929, 1, 2 του ν.δ. 1024/1971, 1, 6 του ν. 1562/1985 και 480 Αʼ του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η έννομη σχέση της οριζόντιας ή (και) κάθετης ιδιοκτησίας μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία (μονομερή εν ζωή δικαιοπραξία του κυρίου του ακινήτου, σύμβαση του κυρίου με τρίτο ή τρίτους, σύμβαση των συγκυρίων είτε μεταξύ τους είτε με τρίτο ή τρίτους, δωρεά αιτία θανάτου ή διαθήκη του κυρίου) ή με δικαστική απόφαση (σε δίκη διανομής κοινού ακινήτου ή μετά από αίτηση συγκυρίου ή συγκυρίων ακινήτου κατά ποσοστό τουλάχιστον 65%). Σύσταση της εν λόγω έννομης σχέσεως με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) δεν είναι δυνατή. Και τούτο, διότι, πέραν του προβλεπόμενου ως άνω περιορισμένου κύκλου των τρόπων συστάσεως της, η επιτρεπόμενη κατʼ άρθρο 993 ΑΚ νομή επί συστατικού μέρους πράγματος (ορόφου, διαμερίσματος κ.α.) δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας του με χρησικτησία, άρα ούτε στη σύσταση οροφοκτησίας (ΑΠ 642/2012 ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση στην υπό κρίση αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ο ενάγων εκθέτει ότι δυνάμει της …/3-10-1995 πράξης αποδοχής κληρονομίας της Συμβ/φου Ε.Κ.-Κ.. που έχει μεταγραφεί νόμιμα περιήλθε σε αυτόν κατά ποσοστό ¼ εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του κατά την 15-12-1959 αποβιώσαντος πατέρα του Χ. Π., ο οποίος δεν κατέλιπε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από αυτόν (ενάγοντα) τη μητέρα του Μ. Π. και τα αδέλφια του Τ. Π. και Β. Π., οι οποίοι και αποδέχθηκαν την εν λόγω κληρονομία με την ίδια ως άνω πράξη αποδοχής, το περιγραφόμενο λεπτομερώς στην αγωγή ακίνητο εμβαδού 1.909,37 τμ. που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης Α. Β. και εμφαίνεται με τα στοιχεία 23.24.17.16.15.14.13.12.11.10.9.5.4.22.21.23 στο από του μηνός Αυγούστου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Κ.Μ.. Στις 24.6.1996 απεβίωσε στην Α. η ως άνω Μ.Χ.Π., η οποία δεν κατέλιπε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της και δη τον ενάγοντα και τους προαναφερθέντες Τ.Χ. Π. και Β. συζ. Θ.Π., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία της, στην οποία περιλαμβάνεται και ποσοστό 1/4 ή 3/12 εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ακινήτου, κατά ποσοστό 1/3 ή 1/12 εξ αδιαιρέτου καθένας απ’ αυτούς, οι οποίοι και την αποδέχθηκαν δυνάμει της …/26.4.2000 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Ε. Κ.-Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Α.. Δυνάμει της …/26.4.2000 πράξης σύστασης διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Ε.Κ.Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Α., το ως άνω κληρονομιαίο ακίνητο υπήχθη από τους συγκυρίους του (ενάγοντος και τα αδέλφια του Τ. Χ. Π. και Β. συζ. Θ. Π.), στις διατάξεις του Ν.Δ. 1024/1971 «περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου» και στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 «περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους» και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, και συστήθηκαν δύο αυτοτελείς και ανεξάρτητες διηρημένες και διακεκριμένες ιδιοκτησίες, μία εκ των οποίων αποτελεί και η ευρισκόμενη στην νότια πλευρά του ως άνω ενιαίου οικοπέδου, η οποία, εμφαινόμενη στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Κ. Μ. με τα στοιχεία 43.17.16.15.14. 13.12.11.10.9.5. 422.21.47.52.44.43, έχει εμβαδόν 1.071,10 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας σ’ αυτό (ενιαίο οικόπεδο) 560,97/1000, περιλαμβάνει δε μία ισόγεια οικία, εμβαδού 114,09 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά, σε πλευρά μήκους 33,77 μ, με ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου, σε άλλη πλευρά μήκους 20,72 μ, με ιδιοκτησία της Α. Γ. και σε άλλη πλευρά, μήκους 1,00 μ. με ιδιοκτησία του Δ. Γ., δυτικά, σε πλευρά τεθλασμένη μήκους 19,96 μ. + 4,13 μ., με ιδιοκτησία του δεύτερου εναγομένου, σε άλλη πλευρά, μήκους 22,12 μ., με ιδιοκτησία του Α. Γ. και σε άλλη πλευρά, μήκους 6,95 μ. με την δημοτική οδό Α. Σ., βόρεια, σε πλευρά τεθλασμένη, μήκους 24,35 μ. + 9,64 μ. + 22,33 μ. με το δεύτερο (υπόλοιπο) τμήμα του ως άνω ενιαίου οικοπέδου και σε πλευρά, μήκους 1,36 μ. με ιδιοκτησία του Δ. Γ. και νότια σε πλευρά, μήκους 4,19 μ. με την δημοτική οδό Μ., σε άλλη πλευρά, μήκους 10,69 μ. με ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου, σε άλλη τεθλασμένη πλευρά, μήκους 7,57 μ. + 9,74 μ, με ιδιοκτησία του δευτέρου εναγομένου, σε άλλη πλευρά, μήκους 7,31 μ., με ιδιοκτησία του Σ. Χ. και σε άλλη πλευρά, μήκους 28,25 μ. με ιδιοκτησία Α.Γ., , ενώ δυνάμει των …/26-4-2000 και …/26-4-2000 πωλητηρίου και δωρητηρίου εν ζωή αντίστοιχα, συμβολαίων της συμβολαιογράφου Ε.Κ.-Κ., που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Α., οι προαναφερόμενοι αδελφοί του ενάγοντος Τ. Π. και Β. Π.η μεταβίβασαν σε αυτόν λόγω πώλησης και λόγω δωρεάς αντίστοιχα, τα ιδανικά τους μερίδια επί του ως άνω τμήματος του προπεριγραφομένου ενιαίου ακινήτου το οποίο (τμήμα) περιήλθε έτσι εξολοκλήρου στον ενάγοντα ο οποίος και κατέστη κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο. Περαιτέρω ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή ότι επί της ως άνω αυτοτελούς και διακεκριμένης ιδιοκτησίας ασκεί από το έτος 1959 μέχρι την αγωγή (2001) συνεχώς πράξεις νομής ανεγείροντας και κατοικώντας την εντός αυτής οικία, χρησιμοποιώντας τους αποθηκευτικούς χώρους, περιποιούμενος την αυλή, τα δέντρα και φυτά κ.λ.π Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής αμφισβήτησαν την κυριότητα του ως άνω δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ισχυριζόμενοι ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα των ιδιοκτησιών τους και δη κατά το ήμισυ ανατολικό τμήμα του ακινήτου του πρώτου από αυτούς στο οποίο υφίσταται δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου του δευτέρου και κατά το ήμισυ δυτικό τμήμα του ακινήτου του δευτέρου από αυτούς, στο οποίο υφίσταται δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου του πρώτου, γενόμενοι κύριοι αυτών με έκτακτη χρησικτησία, αφού από τότε που αγόρασαν τις ως άνω ιδιοκτησίες τους (1975 και 1980 αντίστοιχα) αλλά και πριν από αυτούς οι δικαιοπάροχοί τους(από το 1935 και 1920 αντίστοιχα) ασκούσαν συνεχώς πράξεις νομής, άλλως (ισχυρίζονται) ότι από την πλέον των είκοσι ετών διέλευσή τους από το επίδικο με διάνοια δικαιούχου απέκτησαν δικαίωμα δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία. Ο ενάγων επικαλούμενος κατά τα εκτεθέντα παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας στο επίδικο, παρότι αμφισβητήθηκε κατά τα άνω από τους εναγομένους η κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, πατέρα του και των λοιπών συγκληρονόμων του σε αυτό, δεν συμπλήρωσε με τις προτάσεις του την έλλειψη αυτή που υπάρχει στην αγωγή του, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθιστώντας έτσι αόριστη την αγωγή του κατά τη σχετική της βάση. Αλλά και ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί κτήσης κυριότητας στο επίδικο με πρωτότυπο τρόπο είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κι αυτό διότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή το επίδικο αποτελεί τμήμα διηρημένης ιδιοκτησίας κατά την έννοια των διατάξεων του ν.δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, που συνεστήθη μεταξύ του ενάγοντος και των συγκληρονόμων του αδελφών του την 26-4-2000 με το …/26-4-2000 συμβόλαιο της Συμβ/φου Ε.Κ.-Κ. που έχει μεταγραφεί νόμιμα και επομένως κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας η νομή επʼ αυτού κατά τον προγενέστερο της νομικής σύστασης της διηρημένης ιδιοκτησίας χρόνο δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε νόμιμη την αγωγή, εσφαλμένα ερμήνευσε το Νόμο. Πρέπει λοιπόν κατά παραδοχή των εφέσεων ως τυπικά και ουσιαστικά βασίμων, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη. Τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των κανόνων που εφαρμόσθηκαν (ΚΠολΔ 179).

Πρόεδρος: Νικ. Παπαδούλης


separator

Σύσταση της εν λόγω έννομης σχέσεως με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) δεν είναι δυνατή… – Αριθμός 642/2012

/ 0 Comments

Σύσταση της εν λόγω έννομης σχέσεως με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) δεν είναι δυνατή. Και τούτο, διότι, πέραν του προβλεπόμενου ως άνω περιορισμένου κύκλου των τρόπων συστάσεως της, η επιτρεπόμενη κατ’ άρθρο 993 ΑΚ νομή επί συστατικού μέρους πράγματος (ορόφου, διαμερίσματος κ. ά.) δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας του με χρησικτησία, άρα ούτε στη σύσταση οροφοκτησίας.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Π., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φραγκούλη.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Σ. του Π., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κακαρούνα που ανακάλεσε την από 4-10-2011 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-9-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6469/2005 μη οριστική, 4351/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1682/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-4-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 27-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 599 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εφόσον για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954, 993, 1002, 1117 ΑΚ, 1, 14 του ν. 3741/1929, 1, 2 του ν. δ. 1024/1971, 1, 6 του ν. 1562/1985 και 480 Α’ του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η έννομη σχέση της οριζόντιας ή (και) κάθετης ιδιοκτησίας μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία (μονομερή εν ζωή δικαιοπραξία του κυρίου του ακινήτου, σύμβαση του κυρίου με τρίτο ή τρίτους, σύμβαση των συγκυρίων είτε μεταξύ τους είτε με τρίτο ή τρίτους, δωρεά αιτία θανάτου ή διαθήκη του κυρίου) ή με δικαστική απόφαση (σε δίκη διανομής κοινού ακινήτου ή μετά από αίτηση συγκυρίου ή συγκυρίων ακινήτου κατά ποσοστό τουλάχιστον 65%). Σύσταση της εν λόγω έννομης σχέσεως με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) δεν είναι δυνατή. Και τούτο, διότι, πέραν του προβλεπόμενου ως άνω περιορισμένου κύκλου των τρόπων συστάσεως της, η επιτρεπόμενη κατ’ άρθρο 993 ΑΚ νομή επί συστατικού μέρους πράγματος(ορόφου, διαμερίσματος κ. ά. )δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας του με χρησικτησία, άρα ούτε στη σύσταση οροφοκτησίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι, κατά παραβίαση των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την, περί συστάσεως με χρησικτησία κάθετος ιδιοκτησίας στο κοινό των διαδίκων ακίνητο, ένσταση του αναιρεσείοντος (εναγομένου) κατά της ειδικώς από 4-9-2004 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, με την οποία εζητείτο η κοινωνία των διαδίκων στο επίδικο ακίνητο να λυθεί με διανομή και ειδικότερα να διαταχθεί η πώληση του με πλειστηριασμό και να διατεθεί το εκπλειστηρίασμα μεταξύ των διαδίκων, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, «η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται, εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κανονισμός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή και των δικαιοπαρόχων του ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου τις ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 17/1995, Ολ.ΑΠ 7/2002). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Συνεπώς, δεν είναι πράγματα, με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1 984), Περαιτέρω, επί ενστάσεως, καταχρήσεως δικαιώματος, κάθε ένα, από τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης, αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, η δε παράλειψη της έρευνας των περιστατικών αυτών θεμελιώνει τον λόγο αυτόν αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 β’ ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα περιστατικά της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, που πρόβαλε πρωτοδίκως ο αναιρεσείων και επανέφερε στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο έφεσης του προς απόκρουση της ένδικης αγωγής και τα οποία είναι τα εξής: «Ο ενάγων από του έτους 1953 μέχρι πού ήγειρε το έτος 1988 δια πρώτη φοράν αγωγήν διαμονής (ήτις και είχε απορριφθεί), δηλαδή επί 33 και πλέον έτη, ουδέποτε και με οποιοδήποτε τρόπο προέβαλλε αξίωση για διανομή του ακινήτου, αντίθετα δε, είχε συμπράξει, συμμετέχων σε σχετική κλήρωση (κατά τα ανωτέρω εις τον πρώτο λόγο της παρούσης αναφερόμενα), στην εξώδικη διανομή του ακινήτου και είχε αποδεχθεί την αποκλειστική κυριότητα των θηλέων αδελφών μας επί των διαμερισμάτων τους και των ανηκόντων εις αυτάς τμημάτων οικοπέδων, ως και, την ιδική μου αποκλειστική κυριότητα επί του περιελθόντος εις εμέ δια της μεταξύ μας κληρώσεως καταστήματος και κυρίως έχων και μη αποποιούμενος την αποκλειστική του κυριότητα επί των περιελθουσών εις αυτόν εκ της μεταξύ μας κληρώσεως ιδιοκτησιών. Έκτοτε δε, εξεμεταλλεύετο αποκλειστικώς: τα εις αυτόν δια κληρώσεως περιελθόντα τμήματα του οικοπέδου μετά τον επ αυτών κτισμάτων και απεκέρδαινε από την δημιουργηθείσα κατάσταση διά της αποκλειστικής χρήσεως των δημιουργηθεισών χωριστών ιδιοκτησιών, δημιουργήσας ούτω την πεποίθηση εις εμέ, αλλά και εις τας ως άνω αδελφάς μας, ότι δεν θα προέβαλλε αξίωσιν περί διανομής. Έτσι, με βάση τα παραπάνω περιστατικά, η μετά από τόσα έτη (από του έτους 1953), άσκηση του ενδεχομένου δικαιώματος του αντιδίκου) μου προς διανομή του «επικοίνου, αντίκειται στην καλή πίστη και τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη καθώς και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος». Με βάση τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά περιστατικά ο αναιρεσείων ζήτησε την απόρριψη της ένδικης αγωγής ως καταχρηστικής, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ. ‘Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε, ότι μόνη της η αδράνεια του δικαιούχου, προς άσκηση του εν λόγω δικαιώματος του, από το έτος 1953 έως την κατά το έτος 1988 άσκηση προηγούμενης αγωγής του προς διανομή του ίδιου ακινήτου, μη συνεπικουρούμενη και από άλλα περιστατικά, δεν συνιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε, την πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντος, ως μη νόμιμη, με την κρίση ότι μόνη η επικαλούμενη αδράνεια του ενάγοντος στην άσκηση του δικαιώματος του, χωρίς την επίκληση και άλλων ειδικών συνθηκών και περιστατικών προς λύση της κοινωνίας, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος αυτού, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Κρίνοντας, όπως παραπάνω το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε κρίνοντας σιωπηρά, ότι, με τη συνδρομή των λοιπών επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Συνεπώς, το Εφετείο, που απέρριψε εκ του πράγματος τα ανωτέρω επί πλέον περιστατικά, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 β του ΚΠολΔ και γι’ αυτό ο εξεταζόμενος λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν Πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, απορρέοντα τρίτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως για το ανέφικτο και ασύμφορο της αυτούσιας διανομής του κοινού ακινήτου, αγνόησε τις νομίμως με επίκληση προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα τρεις (3) τεχνικές εκθέσεις των μηχανικών Δ. Χ., Ά. Μ. Χ. και Χ. Σ., αντιστοίχως, κατά τις οποίες, σε αντίθεση με την έκθεση της διαταχθείσας από το Πρωτοδικείο πραγματογνωμοσύνης, ήταν εφικτή και συμφέρουσα η αυτούσια διανομή του επιδίκου. Όμως, από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι, για τον σχηματισμό της ανωτέρω δικαστικής κρίσεως, ελήφθησαν υπόψη και «όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα», καθώς και από ολόκληρο το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και οι ανωτέρω τεχνικές εκθέσεις, δεν υπήρχε δε προς τούτο ανάγκη να γίνει από το Εφετείο ρητή μνεία και ειδική αξιολόγηση αυτών (εκθέσεων). Επομένως, ο προκείμενος λόγος είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-4-2010 αίτηση του Χ. Σ. του Π., για αναίρεση της 1682/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


separator

Οριζόντιος ιδιοκτησία και σύσταση αυτής – Αριθμός 2241/2014

/ 0 Comments

Οριζόντιος ιδιοκτησία και σύσταση αυτής – Αριθμός 2241/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. συζ. Ν. Κ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου …., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παπαγεωργίου, που ανακάλεσε την από 7-10-2014 δήλωσή του κατ` άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Σ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σαλαμαστράκη, που ανακάλεσε την από 30-9-2014 δήλωσή του κατ` άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκε με τις από 20/11/2007 συμπληρωματικές β` προτάσεις – ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/2008 μη οριστική, 316/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/9/2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης, ανέγνωσε την από 2/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 1§1 του ν.δ 1024/1971 επιτράπηκε η σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου, ορίστηκε δε με την επόμενη παράγραφο του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6§2 του ν. 2052/1992, ότι «η προηγούμενη §1 εφαρμόζεται μόνο επί οικοπέδων κειμένων εντός σχεδίων πόλεων, εντός ορίων οικισμών προ του 1923, καθώς και εντός ορίων οικισμών κάτω των 2000 κατοίκων, που καθορίζονται βάσει του από 24.4.1985 π.δ. (ΦΕΚ 181Δ`), όπως ισχύει. Συστάσεις διηρημένων ιδιοκτησιών σε οικόπεδα, που βρίσκονται μέσα στους ανωτέρω οικισμούς, που έγιναν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, είναι έγκυρες, εκτός αν κηρύχθηκαν άκυρες με αμετάκλητη δικαστική απόφαση». Με το άρθρο 4 του ίδιου ν.δ. (που προστέθηκε με το άρθρο 6§2 του ν. 2052/1992) ορίστηκε, ότι «κάθε δικαιοπραξία, με την οποία συνιστάται διηρημένη κατά το παρόν νομοθετικό διάταγμα ιδιοκτησία μετά τη δημοσίευση του παρόντος και κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη». Επομένως, μετά την ισχύ του ν. 2052/1992, σύσταση κάθετης συνιδιοκτησίας σε ακίνητο εκτός σχεδίου απαγορεύεται, όντας η σχετική πράξη «αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη». Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1§1 του ν.δ. 1024/1971, 13§1 του ν. 3741/1929 και 1192 αρ. 1 του ΑΚ προκύπτει, ότι κάθε σύμβαση, με την οποία συνιστάται κάθετη ιδιοκτησία, γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρείται στο βιβλίο μεταγραφών. Επομένως, το δικαίωμα που ιδρύεται και αποκτάται κατά τη σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας, νοείται από τη μεταγραφή και όχι από την υπογραφή της σχετικής πράξης, αφού, όπως το άρθρο 1198 του ΑΚ ορίζει, χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις που αυτή απαιτείται (ΑΚ 1192 και 1193) δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου ή η σύσταση, μετάθεση, κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος πάνω στο ακίνητο. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 480§1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του. Ενώ, κατά το άρθρο 480 Α §1 ΚΠολΔ, κάθε συγκύριος οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή χωριστές οικοδομές, έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αυτούσια διανομή του οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ`ορόφους ή μέρη ορόφων ή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων. Και κατά το άρθρο 484§1 ΚΠολΔ, αν η κατά τα άρθρα 480 και 480 Α διανομή είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, το δικαστήριο διατάζει την πώληση με πλειστηριασμό.

Εξάλλου, για μεν την ίδρυση του από το άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, πρέπει το δικαστήριο να απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή να αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, ή να προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πρέπει από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, να μη προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ήδη αναιρεσίβλητος ενάγων, με την ένδικη, από 10.5.2006, αγωγή του, ισχυρίστηκε ότι αυτός και η ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη τυγχάνουν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου των περιγραφόμενων δύο επίδικων ακινήτων και ζήτησε να λυθεί η υφιστάμενη μεταξύ τους κοινωνία με την πώλησή τους με πλειστηριασμό, ώστε καθένας τους να λάβει το ανάλογο κατά τη μερίδα του ποσοστό του εκπλειστηριάσματος, εφόσον η αυτούσα διανομή τους είναι αδύνατη και η ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη δεν συναινεί στην εξώδικη διανομή τους. Η τελευταία ασκώντας παραδεκτά με τις προτάσεις της ανταγωγή, ισχυρίστηκε, ότι δυνάμει του αναφερόμενου συμβολαίου έχει συσταθεί κάθετος ιδιοκτησία στο πρώτο εκ των επίδικων ακινήτων, με κτηματολογική μερίδα 758Α Γαιών …, και έχει ήδη ανεγείρει από το έτος 1975 ισόγεια οικοδομή. Οτι η σύσταση αυτή καθέτου ιδιοκτησίας δεν έχει μεταγραφεί στα κτηματολογικά βιβλία, γιατί οι σχετικές αιτήσεις της των ετών 1973 και 1995 απορρίφθηκαν με συναφείς διατάξεις του Κτηματολογικού Δικαστή, που δέχτηκε, ότι α) τα εμβαδά των επί μέρους τμημάτων, όπως αυτά εμφαίνονταν στο συνημμένο στην προμνησθείσα σύσταση σχεδιάγραμμα, δεν συμφωνούν με τα αναφερόμενα στο συμβόλαιο και β) ότι δεν αναφερόταν εάν η έκταση είναι εντός ή εκτός σχεδίου πόλης, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος του επιτρεπτού ή μη της σύστασης καθέτου ιδιοκτησίας. Ζήτησε δε να καταδικασθεί ο ήδη αναιρεσίβλητος ενάγων σε δήλωση βουλήσεως, ώστε να συναφθεί παρεπόμενη, διορθωτική της σύστασης καθέτου ιδιοκτησίας, σύμβαση, με την οποία θα αποκαθίστανται τα τεχνικά σφάλματα του άνω σχεδιαγράμματος α) ως προς την ορθή απεικόνιση των κάθετων ιδιοκτησιών και β)τη βεβαίωση ότι το πρώτο ακίνητο είναι εντός ζώνης 500 μέτρων από τα όρια του ισχύοντος ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως του Δήμου Ιαλυσού, και όλως επικουρικώς, ήτοι για την περίπτωση που η αγωγή διανομής γίνει δεκτή, να συνυπολογισθεί στη μερίδα της το συνολικό ποσό των 365.830 ευρώ, κατά το οποίο αυξήθηκε η αξία του πρώτου των επίδικων ακινήτων λόγω της ύπαρξης εντός αυτού της καθέτου ιδιοκτησίας της. Το Δικαστήριο της ουσίας, ως προς το αίτημα της ανταγωγής που αφορά στη σύναψη διορθωτικής πράξης της σύστασης καθέτου ιδιοκτησίας, έκρινε ότι «είναι απορριπτέο, προεχόντως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, καθ`όσον, σύμφωνα με όσα ήδη προεκτέθηκαν … ήδη από το έτος 1992 απαγορεύεται ρητά η σύσταση καθέτου ιδιοκτησίας σε ακίνητο που κείται εκτός σχεδίου πόλης, με αποτέλεσμα να μην δύναται πλέον να μεταγραφεί με βάση τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Οι τελευταίες κρίνονται, εν προκειμένω, κρίσιμες και όχι οι ισχύουσες κατά το χρόνο σύστασης της καθέτου ιδιοκτησίας, καθόσον η μεταγραφή, η οποία, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ισχύει και παράγει αποτελέσματα ex nuuc, δεν έχει αναδρομική ισχύ και ως εκ τούτου δεν ανάγεται στο χρόνο της σύστασης, αλλά η εγκυρότητα της σύστασης εμπράγματων δικαιωμάτων επί καθέτων ιδιοκτησιών και ως εκ τούτου η μεταγραφή της, δυνάμει της οποίας συντελείται η ανωτέρω σύσταση, ελέγχεται με βάση τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις κατά το χρόνο της μεταγραφής». Ετσι που έκρινε το πιο πάνω Δικαστήριο ως προς το άνω αίτημα της ανταγωγής δεν παραβίασε ευθέως τις προεκτεθείσες ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 1§1 του ν.δ. 1024/1971, 13§1 του ν. 3741/1192 αρ. 1 και 1198 ΑΚ, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 159, 164 και 1033 ΑΚ, που αφορούν, αντίστοιχα, στη συνέπεια μη τήρησης του τύπου δικαιοπραξίας, στην τροποποίηση τυπικής δικαιοπραξίας και στη κτήση ακινήτου με σύμβαση, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, εφόσον υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους, και, συνεπώς, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: «Οι διάδικοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου α) ενός αγρού, που βρίσκεται στην τοποθεσία «…» της περιφέρειας.., συνολικής έκτασης 4.755 τ.μ. με κτηματολογικά στοιχεία τόμος παλαιός … και νέος … γαιών…, φύλλο παλαιού τόμου 102 και νέου 68, μερίδα … και φάκελος …, νομικής φύσης αρζί μιρί και ήδη μουλκ και β) μιας οικοδομής, η οποία έχει ήδη καταρρεύσει και βρίσκεται στην ίδια ως άνω περιοχή και όμορη με την προπεριγραφόμενη μερίδα με κτηματολογικά στοιχεία τόμος … οικοδομών…, φύλλο 77, μερίδα … και φάκελος …, νομικής φύσης μουλκ. Οι αντίδικοι έχουν καταστεί συγκύριοι των ακινήτων αυτών κατ` ισομοιρία δυνάμει του υπ` αριθμ. …/16.06.1973 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρόδου, …………….., ο ενάγων και του υπ` αριθμ. …/21.03.1971 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρόδου, …………… η εναγομένη, αντίστοιχα, νόμιμα καταχωρισμένα στις οικείες μερίδες των Κτηματικών Βιβλίων του Κτηματολογίου Ρόδου, όπως άλλωστε και οι ίδιοι συνομολογούν, πλην όμως δεν συναινούν στην εξώδικη διανομή τους. Τα ακίνητα βρίσκονται σε περιοχή εκτός σχεδίου και εντός ζώνης του σχεδίου πόλεως Ιαλυσού, όπου οι ισχύοντες όροι δόμησης, σύμφωνα με το π.δ. της 24/31.05.1985 (ΦΕΚ Δ` 270), ορίζουν κατά κανόνα αρτιότητα 4.000 τ.μ. και αντίστοιχα επιτρεπόμενη κάλυψη 200 τ.μ., συνεπώς η επιτρεπόμενη κάλυψη και δόμηση των ακινήτων ανέρχεται, αφού αυτά έχουν εμβαδό 4.755 τ.μ. σε 215,10 τ.μ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι επί του πρώτου ως άνω ακινήτου η εναγομένη – αντενάγουσα ανήγειρε κατά το έτος 1975 δύο ισόγειες οικοδομές, δυνάμει του υπ` αριθμ. …/11.07.1973 συμβολαίου σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Ρόδου, Γ. ………. , σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1024/1971, η καταχώριση της οποίας στα Κτηματικά Βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου έχει απορριφθεί με τις υπ` αριθμ. …/17.07.1973 και …/07.04.1993 διατάξεις του Κτηματολογικού Δικαστή, όπως τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ` αριθμ. ../2006 πιστοποιητικό του Κτηματολογίου Ρόδου.

Συνεπώς οι ανεγερθείσες από την εναγομένη – αντενάγουσα ισόγειες οικοδομές ανήκουν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε αμφότερους τους διαδίκους, δεδομένου, ότι ελλείψει μεταγραφής, το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας επ` αυτών δεν περιήλθε ποτέ πλήρως στην εναγομένη – αντενάγουσα. Βέβαια με την ανωτέρω σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας είχε συμφωνηθεί ανάμεσα στους αντιδίκους ο μεν ενάγων να λάβει κατά κυριότητα το τμήμα (1) του ακινήτου, όπως αυτό έτσι αποτυπώνεται στο συνημμένο στην έκθεση του πραγματογνώμονα παράρτημα, εμβαδού 1.585 τ.μ., ομοίως η εναγομένη να λάβει κατά κυριότητα το τμήμα (2) του ακινήτου, όπως αυτό έτσι αποτυπώνεται στο συνημμένο στην έκθεση παράρτημα, εμβαδού 1.585 τ.μ., το δε τμήμα (3) του ακινήτου, όπως αυτό έτσι αποτυπώνεται στο συνημμένο στην έκθεση παράρτημα, εμβαδού επίσης 1.585 τ.μ., να περιέλθει σε έκαστο εξ αυτών κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου.

Αποδεικνύεται επίσης ότι η εναγομένη στο τμήμα (2) ανήγειρε δύο οικοδομές, οι οποίες χρησιμοποιούνται από αυτή ως κατοικίες, συνολικού εμβαδού περίπου 260 τ.μ., έχει δε κατασκευάσει στο τμήμα αυτό (2) περίφραξη από οπλισμένο σκυρόδεμα, προς, το δρόμο αυλόθυρα, ράμπα εισόδου, κήπο, αυλή και άλλες μικροκατασκευές, τα δε υπόλοιπα τμήματα του γηπέδου, (1) και (3), είναι αδόμητα. Σημειωτέον, ότι, μολονότι η προαναφερόμενη σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας δεν έχει καταχωριστεί στα Κτηματικά Βιβλία, οι κατασκευές, που ανήγειρε η εναγομένη δεν αντίκεινται στην πολεοδομική νομοθεσία, καθώς αυτές έχουν ανεγερθεί μετά την έκδοση επ` ονόματι της εναγομένης των μετ επικλήσεως προσκομιζόμενων υπ` αριθμ. 445/1973 και 60/1974 αδειών του Γραφείου Πολεοδομικών εφαρμογών της Νομαρχίας Δωδεκανήσου, για την ισόγειο οικοδομή και την επέκταση ισογείου αντίστοιχα …… . Μετά δε την ισχύ του Ν. 2025/1992 (από 5-6-1992),.. όσον αφορά το επίδικο ακίνητο, αφού αυτό βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως (βλ. υπ` αριθμ. 2005/04.04.2003 βεβαίωση Διεύθυνσης Πολεοδομικών και Τεχνικών Έργων Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου), η προαναφερόμενη σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας, δεν δύναται πλέον να καταχωριστεί στα Κτηματικά Βιβλία με βάση τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Σύμφωνα με την απολύτως αιτιολογημένη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα που ορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είναι κατά νόμο αδύνατη η συμφέρουσα για όλους διανομή της μερίδας … Α γαιών…. σε δύο ίσα, άρτια και οικοδομήσιμα τμήματα, ίσης αξίας, ούτε είναι δυνατή η διανομή σε άνισα κατ` αξία μέρη με σύσταση δουλείας ή καταβολή χρηματικού ποσού, καθώς σε κάθε περίπτωση θα προκύψει μη άρτιο οικόπεδο. Ειδικότερα, κατά την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν είναι δυνατή η διανομή σε δύο τμήματα, διότι αφενός η διαίρεση του γηπέδου σε δύο γήπεδα, ίσα, άρτια και οικοδομήσιμα, καθώς το καθένα από αυτά, έχοντας εμβαδό (4.755 / 2 =) 2.377,5 τ.μ., θα υπολείπεται του απαιτούμενου για την αρτιότητα εμβαδού των 4.000 τ.μ., αφετέρου ήδη οι ανεγερθείσες κατασκευές, που έχουν εμβαδόν περί τα 260 τ.μ., έχουν ήδη υπερκαλύψει τη σήμερα επιτρεπόμενη κάλυψη και δόμηση των 215,10 τ.μ., καθώς, ως στην έκθεση αναφέρεται, κατά την έκδοση των προαναφερόμενων οικοδομικών αδειών, ίσχυαν ευνοϊκότεροι όροι δόμησης, ήδη δε αυτές βρίσκονται σε ένα μόνο εκ των ανωτέρω τμημάτων, σε κάθε δε. περίπτωση, ούτε με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας δύναται να επέλθει η διανομή, αφού αυτή, εκ της φύσεως του ακινήτου (γήπεδο εκτός σχεδίου), όπως προαναφέρθηκε, πλέον απαγορεύεται. Η εναγομένη αμφισβητεί την ορθότητα της πραγματογνωμοσύνης αυτής, ισχυριζόμενη ότι είναι πλημμελής και χρήζει συμπλήρωση … Πλην όμως οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι … Ειδικότερα: Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2. π.δ. της 24/31.05.1985 (ΦΕΚ Δ` 270)

«Κατά παρέκκλιση θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα: α) Τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων, κωμών, και οικισμών, τα οποία είχαν κατά την 24.4.1977 ημέρα δημοσίευσης του από 5.4.77 π.δ/τος ΦΕΚ 133 Δ%) ελάχιστο εμβαδόν 2000 μ2″. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και μετά την ισχύ του ανωτέρω π.δ. δύναται ένα μείζον ακίνητο εντός ζώνης να διανεμηθεί σε δύο μικρότερα των 2.000 τ.μ. και να είναι αυτά άρτια. Η πρόνοια αυτή ισχύει μόνον για όσα τέτοια ακίνητα (εντός ζώνης) είχαν κατά την 24.04.1977 ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ., όπως εξάλλου τούτο από την απλή γραμματική ερμηνεία του π.δ. προκύπτει. Στην προσκομιζόμενη βέβαια, από την εναγομένη από Μάρτιο του 2003 βεβαίωση του διπλωματούχου αγρονόμου – τοπογράφου μηχανικού, Α. Χ., η οποία λαμβάνεται υπόψη, καθώς αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 445 ΚΠολΔ και όχι υπεύθυνη δήλωση τρίτου, που δόθηκε εν όψει της συγκεκριμένης δίκης, άλλωστε και ως τέτοια εκ του χρόνου έκδοσης της (Μάρτιο 2003) δόθηκε πριν από την άσκηση της αγωγής, αναφέρεται ότι το ακίνητο είναι άρτιο και με εμβαδόν γηπέδου 2.000 τ.μ. επιτρέπεται κατά παρέκκλιση η δόμηση αυτού. Η βεβαίωση αυτή προέρχεται από ιδιώτη μηχανικό, φέρει δε σφραγίδα της Διεύθυνσης Υποδομών και Τεχνικών Εργων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου. Ωστόσο αυτό, που βεβαιώνει, δεν είναι ακριβές, καθώς έρχεται- σε αντίθεση σε ρητή πρόβλεψη του νόμου …. Ενόψει δε της φύσεως, του είδους και της εκτάσεως του διανεμητέου, με βάση επίσης την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αλλά και κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, είναι προδήλως ανέφικτη, αλλά και ασύμφορη η αυτούσια διανομή του ακινήτου, αφού είναι αδύνατη η φυσική διαίρεση του επιδίκου σε δύο διαιρεμένες ιδιοκτησίες, άρτιες και οικοδομήσιμες, ενώ αντίστοιχη λύση θα επέφερε και δραστική μείωση της αξίας του, η δε αναφορά από την εναγομένη ότι κατά τους τίτλους κτήσης τα ακίνητα αγοράστηκαν ως αγροί, δεν επιτρέπει την αυτούσια διανομή τους, δεδομένου ότι, αφής στιγμής έχει ανεγερθεί οικία εντός αυτών, αυτά έχουν αποβάλει την κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, ανωτέρω ιδιότητα τους, τυχόν δε διαίρεση τους, θα καθιστούσε αυτά, όπως αναφέρθηκε, μη άρτια και θα συνεπαγόταν δραστική μείωση της αξίας τους, καθώς, δεδομένου ότι σε αυτά έχει ανεγερθεί οικία, έχουν αποκτήσει αξία πολύ μεγαλύτερη από αγροτικό ακίνητο. Αβάσιμα λοιπόν υποστηρίζει η εναγομένη ότι ήταν δυνατή η αυτούσια διανομή του κοινού. Εφόσον λοιπόν ήταν αδύνατη, έπρεπε να διαταχθεί η διανομή του με πλειστηριασμό και διανομή του πλειστηριάσματος μεταξύ των συγκυρίων κατά το λόγο της μερίδα του …». Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε, ότι ένσταση της εναγομένης από την ΑΚ 281 είναι κατ` ουσίαν αβάσιμη και ότι η ανταγωγή κατά το επικουρικό αίτημά της είναι βάσιμη ως προς το ποσό των 120.00 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε ως βάσιμη και κατ` ουσίαν την ένδικη περί διανομής αγωγής και διέταξε την πώληση των επίκοινων ακινήτων με πλειστηριασμό, την δε ανταγωγή εν μέρει και υποχρέωσε τον αντεναγόμενο (ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο) να καταβάλει στην αντενάγουσα (εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα) 120.00 ευρώ από το εκπλειστηρίασμα που αναλογεί σ` αυτόν. Με βάση αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του εφικτού ή όχι της αυτούσιας διανομής των δύο επίκοινων ακινήτων, αφού, ενώ έκρινε, ότι είναι αδύνατη η αυτούσια διανομή μόνο του πρώτου ακινήτου, όχι δε και του δεύτερου επίκοινου ακινήτου, για το οποίο καμία αιτιολογία δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα του εφικτού ή όχι της αυτούσιας διανομής του, εν τούτοις δέχτηκε, ως άνω, την αγωγή περί διανομής, διατάσσοντας την πώλησή τους με πλειστηριασμό, και την ανταγωγή, κατά το επικουρικό αίτημά της εν μέρει, παραβιάζοντας, έτσι, εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 479 επ. του ΚΠολΔ περί διανομής, στερώντας, επομένως, την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, κατά το βάσιμο συναφή δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση αλλά μόνο ως προς την αγωγή περί διανομής και την ανταγωγή ως προς το επικουρικό αίτημά της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 88/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, αλλά μόνο ως προς την αγωγή περί διανομής και την ανταγωγή ως προς το επικουρικό αίτημά της.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2014.


separator

Οριζόντιος ιδιοκτησία και σύσταση αυτής – 7451/2005 ΕΦ ΑΘ (433822)

/ 0 Comments

Οριζόντιος ιδιοκτησία και σύσταση αυτής – 7451/2005 ΕΦ ΑΘ (433822)

(Δ/ΝΗ 2007/910, ΕΔΙΚΠΟΛ 2007/104) Οριζόντιος ιδιοκτησία και σύσταση αυτής. Κτίριο που αποτελείται από πτέρυγες που δεν εφάπτονται μεν μεταξύ τους, αλλά είτε συνδέθηκαν οικοδομικώς με κοινόκτητο διάδρομο είτε συμφωνείται ότι μελλοντικά θα συνδεθούν. Δεν πρόκειται για σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας αλλά για σύσταση αμιγούς οριζόντιας ιδιοκτησίας. Η άρνηση υποθηκοφύλακα να μεταγράψει τη σχετική συστατική πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας των αιτούντων δεν είναι νόμιμη. Δεκτή η έφεση. Με ενημερωτικό σημείωμα Γιάννη Κωστόπουλου στην ΕΔικΠολ.

ΕφΑΘ 7451/2005

Πρόεδρος: Γεώργιος Μπαρμπάτσης Εισηγητής: Νικόλαος Καλογήρου Δικηγόρος: Βασ. Αναγνωστόπουλος

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 § 1, 2 §§ 1 και 3, 3 § 1 εδαφ. γ, 8 και 9 του ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 1002 και 1117 του ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι αναγνωρίζεται η κατ` όροφο ή μέρη αυτών, οριζόντια ιδιοκτησία επί οικοδομήματος, εφόσον πρόκειται, για το ίδιο και το αυτό (κοινό) οικοδόμημα (κτίσμα) ή περί της ανεγέρσεως μιας ενιαίας οικοδομής, αποτελούσας μάλιστα -σύμφωνα και με τις σχετικές πολεοδομικές διατάξεις – ενιαίο, αυτόνομο και αυτοτελή όγκο. Τέτοια περίπτωση μπορεί να υπάρξει και όταν ακόμη, ένα κτίριο (οικοδόμημα) αποτελείται από πτέρυγες, που μολονότι δεν εφάπτονται άμεσα μεταξύ τους, ωστόσο όμως, είτε συνδέθηκαν οικοδομικώς, με ειδικώς εκτισμένο υπεράνω του εδάφους, κοινόκτητο διάδρομο μεταξύ τους, είτε μελλοντικώς συμφωνείται με την οικεία συστατική πράξη ότι, θέλει συνδεθούν ομοίως και τούτο γιατί, με την κατά τα ως άνω υλική συναρμογή και συνένωση αλλά και νομική ακόμη διευθέτηση (κατά την οικεία δηλαδή συστατική πράξη), οι καθέκαστα πτέρυγες, που το αποτελούν, συνενώνονται, έτσι ώστε, να συναρθώνονται και συναρμόζονται σε ένα και μόνο ενιαίο και αδιάσπαστο οικοδόμημα (κτίσμα). Εφόσον δε, τα μέρη, επί ενός τέτοιου ενιαίου οικοδομήματος συνιστούν, δια της οικείας, προς τούτο, πράξεως τους (συμβολαιογραφικώς), το μεν, διαιρετή ιδιοκτησία, στους ορόφους αυτού (του κτίσματος) ή σε μέρος τούτων (διαμέρισμα), το δε και αδιαίρετη ωσαύτως – κατά το οριζόμενο ποσοστό του εξ αδιαιρέτου, έκαστος – συνιδιοκτησία, τόσον επί του υποκειμένου εδάφους, όσον και επί των λοιπών κοινόκτητων και κοινοχρήστων μερών αυτού, όπως ενδεικτικώς ορίζεται και στον πιο πάνω νόμο (όπως επί των πρωτοτοιχών, των θεμελίων του, των κοι-νόκτητων εγκαταστάσεων, ωσαύτως δε μάλιστα και επί του ως είρηται κοινόκτητου και αδιαιρέτου διαδρόμου), δεν πρόκειται, στην περίπτωση, αυτή, περί της συστάσεως, της αποκαλούμενης κάθετης ιδιοκτησίας (συνιδιοκτησίας), σύμφωνα δηλαδή με τα άρθρα 1 §§ 1 και 2, 4 § 2 του ν.δ. 1024/1971, όπως αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 6 § 2 του ν. 2052/1992, όπως ήδη ισχύει μετά και την επέλευση του άρθρου 27 § 2 του ν. 2831/13.6.2000 (βλ. και ν. 1577/1985), αλλά περί της συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και δη αμιγούς (και όχι συνθέτου τοιαύτης), [βλ. αντί και άλλων ΟλΑΠ 332/1970, ΟλΑΠ 105/1991 Ε.Δ.Π. (1991) 172, σελ. 53, ΑΠ 914/1977 ΕΕΝ (1999) σελ. 44, ΕφΑΘ 2721/996 ΝοΒ 1997. 224, ΑΠ 338/1965 ΝοΒ 14 σελ. 244, Κ. Βασιλείου «οριζόντια και κάθετη συνιδιοκτησία» -Εκδ. 2003 σελ. 89 – Δημ. Χριστοφιλόπουλο «ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΔΟΜΗΣΗΣ» Τομ. Α σελ. 32 – Γ. Κωστόπουλο «Σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας, έννοια και περιεχόμενο και διαφορά από την οριζόντια ιδιοκτησία» Ε.Δ.Π. (2000) σελ 100 και πρβλ. και ΕφΑΘ 4239/2002 Ε.Δ.Π. (2002) σελ. 233 επ.].

Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα (και με επίκληση) έγγραφα των διαδίκων αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με το υπ` αρ. 17405/31.1.2002 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου, της Συμβ/φου Αθηνών Μ.Κ., που νόμιμα έκτοτε μεταγράφηκε, οι αιτούντες και ήδη εκκαλούντες αγόρασαν από την Μαρία Χ. και δη, οι δύο (2) πρώτοι τούτων κατά την επικαρπία εφόρου ζωής την κοινώς αδιαιρέτως και κατ` ισομοιρίαν έκαστος και οι, τρίτη και τέταρτη τούτων, αντίστοιχα, κατά ψιλή κυριότητα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία, ένα αγροτεμάχιο, στη θέση «Κουτσούμπι ή Μπότα», που ήδη αποκαλείται ως περιοχή, «Αη Γιάννης», της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Κρωπίας Απικής, που εμφαίνεται, με στοιχεία γωνιών, Δ.Ε.Ζ.Α.Υ.Φ.Η.Ν. και Δ, στο από Ιουνίου 1971 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού Υπομ/κου Χρ.Τζ., που είναι προσαρτημένο στο υπ` αρ. 4460/19.6.1971 συμβόλαιο της Συμβ/φου Κρωπίας Β.Γ., συνολικής του εκτάσεως 4.932 τ.μ. και με νεότερη (ακριβή) καταμέτρηση του Υπομ/κού Στ.Ρ. 4.597,5 τ.μ., για την ανέγερση οικοδομήματος, στο ανωτέρω, εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, κείμενο ακίνητο και δη, σε περιοχή, για την οποία δεν έχουν καθοριστεί ειδικοί όροι δόμησης, ούτε βρίσκεται, σε ζώνη ενεργού πολεοδομίας, ούτε εντός οικισμού, κάτω έστω των 2.000 κατοίκων (δεν συντρέχουν δηλαδή οι προβλεπόμενες για τη σύσταση κάθετης συνιδιοκτησίας, εξαιρέσεις του άρθρου 6 § 2 εδάφια α` και β`, του ν. 2052/1992 – ΦΕΚ 94/5.6.1992, σύμφωνα με το οποίο, η κάθετη συνιδιοκτησία εφαρμόζεται πλέον, σε οικόπεδα, μόνο εντός σχεδίων πόλεων, εντός ορίων οικισμών, πριν το έτος 1923, καθώς και εντός ορίων οικισμών με πληθυσμό κάτω των 2.000 κατοίκων που καθορίζονται με βάση το π.δ. από 24.4.1985, όπως ισχύει). Το έτος 2002 εκδόθηκε υπ` αρ. 1944/2002 οικοδομική άδεια, από το Πολεοδομικό Γραφείο Μαρκόπουλου Αν. Απικής, δυνάμει της οποίας επετράπη (εγκρίθηκε) η οικοδόμηση, πάνω στο ανωτέρω ακίνητο μιας ενιαίας, αποτελούσας ένα ωσαύτως ενιαίο όγκο, οικοδομής, αποτελούμενης από δύο πτέρυγες (Α και Β), όπως τούτο αποτυπώνεται και στο σχετικό σχεδιάγραμμα της ανωτέρω άδειας. Πιο συγκεκριμένα ακόμη, στο από 23.5.2003 και με αρ. πρωτ. 6544/2003 έγγραφο του ανωτέρω Πολεοδομικού Γραφείου – απαντητικού στους αιτούντες και ήδη εκκαλούντες -βεβαιώνεται, από την ίδια αυτή πολεοδομική υπηρεσία ότι, οι δύο ως άνω πτέρυγες που συνενώνονται μάλιστα, με τοιχίο (ειδικό), από οπλισμένο σκυρόδεμα, το οποίο προσμετράται και στο μέγεθος εκμετάλλευσης του όλου ακινήτου (γηπέδου) θεωρούνται – πολεοδομικώς δηλαδή – «ως ένας (1) όγκος και όχι πάντως δύο ξεχωριστοί όγκοι, ως φαίνεται και στα εγκεκριμένα σχέδια (διάγραμμα κάλυψης και τοπογραφικό) της αρ. 1944/2002 οικοδ. Αδείας της υπηρεσίας, επ` ονόματι Αγγ., Αικ» Τρ. και Γεωργ. Αργ….» δηλαδή των αιτούντων και ήδη εκκαλούντων. Μετά την έκδοση της προαναφερόμενης οικοδομικής αδείας, οι αιτούντες (και ήδη εκκαλούντες), δυνάμει της υπ` αρ. 17844/11.3. 2002 πράξεως, συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας της Συμβ/φου Αθηνών Μ.Κ., υπήγαγαν το ανωτέρω, μελλοντικώς ανεγερθησόμενο, οικοδόμημα (ενιαίο κτίσμα) στις διατάξεις του ν. 3741/1929 «περί οριζοντίου ιδιοκτησίας». Συνέστησαν δηλαδή, οριζόντια (και δη, αμιγώς οριζόντια) συνιδιοκτησία τους στο ανωτέρω, εκτός σχεδίου πόλεως, ενιαίο και αδιάσπαστο και μελλοντικώς ανεγερθησόμενο οικοδόμημα τους, πάνω στο εκτός ορίων οικισμού, πριν το έτος 1923, ωσαύτως δε και με πληθυσμό, κάτω των 2.000, κείμενο ακίνητο τους, την τοιαύτη αμιγώς οριζόντια συνιδιοκτησία τους, έτσι ώστε να καθίσταται έκαστος των αιτούντων (εκκαλούντων), αφενός μεν, αποκλειστικός κύριος των προσδιοριζόμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων) το δε (και συνάμα) και συγκύριος, τόσο στο ενιαίο αυτό οικοδόμημα ήτοι, σε όλα ανεξαιρέτως τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη αυτού, μεταξύ των οποίων και ο επίσης κοινόκτητος, ως άνω, «τσιμεντένιος» διάδρομος, όσο και στο επίσης ενιαίο και αδιαίρετο, πιο πάνω ακίνητο (γήπεδο), κατά τα ωσαύτως προσδιοριζόμενα, ποσοστά εξ αδιαιρέτου, έκαστος. Προκύπτει δηλαδή, κατά την κρίση και την εκτίμηση του Δικαστηρίου τούτου (σύμφωνα με όλα τα πιο πάνω) ότι, συνέπεσαν απολύτως οι εκατέρωθεν δηλώσεις βουλήσεως, όλων των αιτούντων (ήδη εκκαλούντων) και δη κατά τρόπο σαφή, αναμφίβολο και χωρίς κανένα κενό, να συστήσουν οριζόντια συνιδιοκτησία τους και πάντως, όχι κάθετη τοιαύτη, είτε αμιγή, είτε και σύνθετη ακόμη (βλ. την ανωτέρω συστατική πράξη και βλ. συναφώς και ΕφΑΘ 2721/1996 ο.π» ΑΠ 878/1995, ΟλΑΠ 7/1992 ΝοΒ 41. 63 επ.). Σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι, υφίσταται οποιοδήποτε (και το παραμικρό έστω) κενό ή ασάφεια ή αμφιβολία, στις ανωτέρω δηλώσεις βουλήσεως, που να τις καθιστά, έστω και εν μέρει «ατελείς» και με την προσφυγή ακόμη στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ βάσει της ανωτέρω συστατικής πράξεως – επισκοπούμενης στο σύνολο των δηλώσεων βουλήσεως και στα επί μέρους σημεία τους, που περιέχονται σε αυτήν – και με τη λήψη ακόμα υπόψη και των ανωτέρω δημόσιων εγγράφων, ήτοι της προαναφερόμενης οικοδομικής άδειας και της αντίστοιχης, ως άνω, έγγραφης βεβαίωσης του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκόπουλου Απικής, αποδεικνύεται ότι, η βούληση, ωσαύτως δε και ο νόμιμος δικαιοπρακτικός σκοπός, των αιτούντων (εκκαλούντων), στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς επίσης και τα διδάγματα της κοινή πείρας είναι: 1) Να κατασκευάσουν, επί τη βάσει της εγκεκριμένης, από το αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο, οικοδομικής άδειας και των επίσης εγκεκριμένων σχεδίων (διαγραμμάτων καλύψεως και τοπογραφικού, σε αυτήν), ένα ενιαίο (και αδιάσπαστο και συμπαγές οικοδόμημα (κτίσμα), και ως όγκο και ως λειτουργικότητα αυτού, πάνω σε, εκτός σχεδίου πόλεως κείμενο ακίνητο, ωστόσο όμως άρτιο και οικοδομήσιμο (σύμφωνα και με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις). 2) Να αποτελείται μεν, το εν λόγω συνολικό οικοδόμημα (κτίσμα), από δύο (2) πτέρυγες, οι οποίες όμως να συνδέονται και συνενώνονται εξαρχής (και για το μέλλον ακόμη) μεταξύ τους, αρρήκτως και αδιασπάστως, ώστε να το καθιστούν συμπαγές και ένα και μόνο ενιαίο σύνολο και όγκο και δη, με προβλεπόμενο (και επίσης πολεοδομικώς εγκριθέντα, προς τούτο) αδιαίρετο και κοινόκτητο και κοινόχρηστο όλων των αιτούντων, τοιχείο – διάδρομο, κατασκευαζόμενο, με οπλισμένο σκυρόδεμα και 3) Να έχει έκαστος των αναφερόμενων στη συστατική αυτή πράξη, αιτούντων (εκκαλούντων), αφενός μεν, κυριότητα και δη, διαιρετή τοιαύτη (και αποκλειστική) στους προσδιοριζόμενους (κατά περίπτωση) ορόφους και διαμερίσματα, του ενιαίου και συμπαγούς αυτού οικοδομήματος (βλ. ειδικότερα στην πράξη αυτήν) αφετέρου δε και συγκυριότητα συνάμα, εξ αδιαιρέτου, κατά το επίσης καθοριζόμενο ποσοστό του, (εξ αδιαιρέτου) και δη, τόσο πάνω σε όλα ανεξαιρέτως, τα επίσης προσδιοριζόμενα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη και εγκαταστάσεις του ενιαίου αυτού οικοδομήματος, όσο και επί της συνολικής εκτάσεως του προαναφερόμενου ακινήτου (επίσης δηλαδή εξ αδιαρέτου) (πρβλ. και ΑΠ 551/2003 Δ/νη (2003) 1981 και ΝοΒ (2004) σελ. 22). Απεναντίας, βάσει των ανωτέρω, ουδόλως και ουδαμώς αποδεικνύεται ότι θελήθηκε, δηλώθηκε, ουδέ και αποσκοπήθηκε και συνακολούθως, ούτε και συμφωνήθηκε, μεταξύ των αιτούντων (εκκαλούντων) καθόλου, η σύσταση κάθετης συνιδιοκτησίας και δη, ούτε αμιγούς, ούτε και σύνθετου έστω τοιαύτης, μαζί δηλαδή και με την προαναφερόμενη σύσταση οριζόντιας συνιδιοκτησίας. Και τούτο γιατί ειδικότερα, εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, για την κάθε μία πτέρυγα (ήτοι Α` και Β`) του οικοδομήματος αυτού, θα έπρεπε να συμφωνηθεί (με την εν λόγω συστατική πράξη) αποκλειστική κυριότητα, ενός από τους δύο (2) συγκεκριμένους αιτούντες, των καθοριζομένων στην ίδια αυτή πράξη, ως ψιλών κυρίων, για την μία των πτερύγων αυτών, και του άλλου, για την άλλη και δη, τόσο στο υποκείμενο εκάστης πτέρυγας, έδαφος, ωσαύτως δε και συγκυριότητα αυτών, μόνον στη μία των πτερύγων αυτών και μόνον ακόμη των κοινόκτητων και κοινόχρηστων, αυτής της πτέρυγας (και μόνον) ακόμη μερών και εγκαταστάσεων, πράγμα όμως, που ουδόλως προέκυψε ότι, θέλησαν ή δήλωσαν, ούτε και συμφώνησαν (καθόλου) οι ανωτέρω, σύμφωνα δηλαδή με τα όσα, ως άνω, δέχεται, ως πλήρως αποδεικνυόμενα το Δικαστήριο τούτο. Ενόψει των ως άνω, η επακολουθήσασα άρνηση του Υποθηκοφύλακα Κρωπίας (Κορωπίου) Αττικής, να μεταγράψει την πιο πάνω συστατική πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας, των αιτούντων (και ήδη εκκαλούντων) ο οποίος μάλιστα με την 5502/6.6.2003 πράξη του «επιστροφής», τους επέστρεψε την σχετική, προς τον ίδιο, αίτηση τους, με την επικαλεσθείσα δικαιολογία ότι, πρόκειται περί συστάσεως κάθετης και όχι οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεν στηρίζεται στο νόμο και ειδικότερα στις προαναφερόμενες διατάξεις, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 1192, 1194 και άρθρο 3 του β.δ. 533 της 14/21.9.1963 περί εκτελέσεως του άρθρου 10 του ν.δ. 4201/1966 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους και διατάξεων τινών περί Συμβολαιογράφων» και των άρθρων 66 και 67 του ΕισΝΑΚ, όπως ήδη ισχύουν και το άρθρο 791 παράγραφοι 1 και 2 ΚΠολΔ (βλ. συναφώς και ΕφΑΘ 325/2001 Δνη 42 σελ. 1397 ως 1400). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε την ένδικη αίτηση των αιτούντων και ήδη εκκαλούντων έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, καθώς επίσης και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, κατά παραδοχή και ως ουσιαστικά βάσιμης της κρινομένης έφεσης πρέπει, αφού εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και διακρατηθεί από το Δικαστήριο τούτο η υπόθεση αυτή, να γίνει δεκτή και ως κατ` ουσίαν βάσιμη η κρινόμενη αίτηση και να διαταχθεί ο, κατά τα ως άνω, αρνηθείς, την μεταγραφή Υποθηκοφύλακας, πρώτον, να μεταγράψει την πιο πάνω (με αρ. 17844/2002) πράξη, περί συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας των αιτούντων και δεύτερον – όπως επίσης νομίμως και βασίμως ζητείται – να χορηγήσει στους αιτούντες τα οικεία πιστοποιητικά περί της μεταγραφής της.

Ν.Β


separator


separator